Μαθήματα από την αρχαιότητα! Εκτύπωση
(0 ψήφοι, μέση τιμή 0 από τα 5 αστέρια)
Κατηγορίες άρθρων - ΜΥΘΟΛΟΓίΑ - ΙΣΤΟΡίΑ - ΘΡΗΣΚΕίΑ
Συντάχθηκε από MDJ.gr   
Παρασκευή, 05 Φεβρουαρίου 2010 11:59

Η επιτυχία των κυβερνητικών μέτρων εξαρτάται και από την αντίδραση της κοινωνίας...


Η τωρινή κατάσταση της Ελλάδας μού φέρνει στον νου έναν παραλληλισμό με την αθηναϊκή δημοκρατία στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.
Τότε η Αθήνα αντιμετώπιζε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις στην ιστορία της: Είχε νικηθεί από τους Μακεδόνες στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ. και υπήρχε το ενδεχόμενο πολιορκίας και οικονομικής χρεοκοπίας. Οι Αθηναίοι αντέδρασαν με αποφασιστικότητα και επιδιόρθωσαν τα Μακρά Τείχη, με αποτέλεσμα ο Φίλιππος να φανεί πολύ γενναιόδωρος στους όρους που προσέφερε στους Αθηναίους για να συνάψουν ειρήνη.
Το οικονομικό πρόβλημα ωστόσο παρέμενε οξύ. Οι Αθηναίοι εξέλεξαν ως «ταμία επί των θεωρικών» (ουσιαστικά, με τη σημερινή ορολογία, υπουργό Οικονομικών) τον Λυκούργο.
Ο Λυκούργος πρότεινε μια νέα ριζοσπαστική πολιτική, ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου που θα ικανοποιούσε φτωχούς και πλούσιους και θα έφερνε την «ομόνοια» στην πόλη. Ο Λυκούργος (και οι περισσότεροι αρχαίοι φιλόσοφοι) θεωρούσε πως η «ομόνοια» ήταν αναγκαία για την καλή λειτουργία του πολιτεύματος και θα απέτρεπε «στάση», επανάσταση και εμφύλιο πόλεμο.
Για να πάψει η πλειοψηφία των φτωχών Αθηναίων να ψηφίζει υπέρ πολέμων, απ΄ όπου εξασφάλιζαν σχετικά ασφαλή μόνιμη απασχόληση ως κωπηλάτες των τριήρεων, πρότεινε η πόλη να αναλάβει ένα εκτενές πρόγραμμα «κεϊνσιανής έμπνευσης» δημοσίων έργων, όπου οι φτωχοί θα έβρισκαν απασχόληση, με ταυτόχρονη αύξηση των θεωρικών που το δημόσιο ταμείο πλήρωνε στους φτωχούς πολίτες. Ας μη λησμονούμε ότι ο Δημάδης αποκάλεσε τα θεωρικά «κόλλα της δημοκρατίας» Το πόσο δαπανηρός ήταν ο στόλος φαίνεται από τα εξής: Κάθε τριήρης είχε 200 άνδρες πλήρωμα, με ημερομίσθιο μία δραχμή. Αρα, μία τριήρης στοίχιζε στο δημόσιο ταμείο 6.000 δραχμές, ή ένα τάλαντο τον μήνα μισθοδοσία, ή 7-8 τάλαντα τον χρόνο για τους 7-8 μήνες επιχειρήσεων (τους χειμερινούς μήνες δεν γίνονταν συνήθως επιχειρήσεις). Στόλος 50 πλοίων στοίχιζε για μια περίοδο επιχειρήσεων 350-400 τάλαντα, όταν τα τακτικά ετήσια έσοδα του «προϋπολογισμού» ήταν 130 τάλαντα στο τέλος του συμμαχικού πολέμου το 355 π.Χ. και 400 την εποχή του Εύβουλου, το 354-340 π.Χ.

Τα πρόσθετα έξοδα καλύπτονταν από εισφορά, έναν έκτακτο φόρο στους πλούσιους, πληρωμές συμμάχων (που όμως τους δυσαρεστούσε και τους ωθούσε συχνά στην αποστασία). Ο «προϋπολογισμός» ήταν ισοσκελισμένος, γιατί δεν είχαν ακόμα «εφευρεθεί» τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος, που προϋπέθεταν τη λειτουργία χρηματαγορών. (Τέτοιες χρηματαγορές δημιουργήθηκαν με τη θεσμική επανάσταση του 17ου αιώνα στην Αγγλία και στις σημερινές Κάτω Χώρες.) Οι πλούσιοι (περίπου 1.200 στους περισσότερους από 30.000 πολίτες της Αθήνας την εποχή του Δημοσθένη) επιβαρύνονταν σε καιρό πολέμου από την εισφορά, ουσιαστικά φόρο επί της περιουσίας, και την τριηραρχία, μια από τις λειτουργίες, την πληρωμή των λειτουργικών εξόδων μιας τριήρους (εκτός από τη μισθοδοσία) για ένα έτος, συν την υπηρεσία να την κυβερνούν την ίδια περίοδο. Η τριηραρχία ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή, στοιχίζοντας 3.000-5.000 δραχμές, όταν η μέση περιουσία ενός από τους 1.200
πλουσίους ήταν 5-10 τάλαντα.

Οι πλούσιοι λοιπόν είχαν κάθε συμφέρον να επιθυμούν την ειρήνη. Ετσι ο Λυκούργος πρότεινε να πληρώνουν μόνιμη εισφορά (αλλά χαμηλότερη από ό,τι σε περίοδο πολέμου) και ταυτόχρονα στην ειρήνη θα απαλλάσσονταν σε μεγάλο βαθμό από την τριηραρχία. Επιπλέον, θα ακολουθούσε ανάπτυξη του εμπορίου και των εξαγωγών, που υπέφεραν σε περιόδους πολέμου. Οπως ήταν φυσικό, οι Αθηναίοι δέχθηκαν το «συμβόλαιο» του Λυκούργου, που ήταν προς όφελος όλων. Ο Λυκούργος, ακολουθώντας προτάσεις του Ξενοφώντος (Πόροι), εισήγαγε ευνοϊκή νομοθεσία και για την προσέλκυση ξένων στην Αθήνα (ανθρώπινο και χρηματικό κεφάλαιο).

Το πόσο επιτυχημένο ήταν το πρόγραμμα του Λυκούργου (οι συνεργάτες του παρέμειναν ταμίες μέχρι το 323) φαίνεται από τα ακόλουθα: Επικράτησαν ειρήνη και ανόρθωση της οικονομίας, ώστε τα έσοδα του προϋπολογισμού να τριπλασιασθούν και από 400 τάλαντα το 338 να ανέλθουν σε 1.200 (κυρίως από την αύξηση των τελών 2% επί του εμπορίου του Πειραιά, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, από την αύξηση της απόδοσης των ασημωρυχείων του Λαυρίου, από την εισφορά κτλ.). Το «κεϊνσιανό» πρόγραμμα του Λυκούργου οδήγησε στη νέα μεγάλη οικοδομική περίοδο της Αθήνας, συνολικού ύψους περίπου του μισού του Περικλή (αλλά αποκλειστικά από αθηναϊκούς πόρους και όχι από χρήματα των συμμάχων όπως στην περίοδο του Περικλή), αφήνοντας μνημεία όπως το θέατρο του Διονύσου. Ηταν τόσο μεγάλη η ανάκαμψη της Αθήνας, ώστε το 325 να αποφασίσουν ίδρυση αποικίας στην Αδριατική, που θα εξασφάλιζε εναλλακτική πηγή προμήθειας σιτηρών, μια και οι Μακεδόνες ελέγχοντας τον Ελλήσποντο μπορούσαν να κόψουν την παραδοσιακή γραμμή εφοδιασμού από τις σημερινές Ουκρανία-Ρουμανία.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου αντιμετωπίζει σήμερα μια μεγάλη οικονομική κρίση, κυρίως δημοσιονομική, που δεν οφείλεται βέβαια σε χαμένο πόλεμο, αλλά σε κατάσταση που «κληρονόμησε» και στα λάθη των προκατόχων του κκ. Αλογοσκούφη και Παπαθανασίου.
Οπως όμως και ο Λυκούργος, αντιμετωπίζει ανάλογο διπλό πρόβλημα: Πρώτον, πώς θα πεισθούν οι πολίτες για την αναγκαιότητα όποιων μέτρων λάβει και, δεύτερον, ποια είναι τα σωστότερα, πιο αποτελεσματικά μέτρα για την ανάκαμψη.
Σε αντίθεση με τον Λυκούργο, ο κ. Παπακωνσταντίνου αντιμετωπίζει διπλό θέμα αξιοπιστίας, στο εξωτερικό (τρωθείσα αξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών), λόγω των προκατόχων του, και στο εσωτερικό. Το δεύτερο σχετίζεται με την ανταποδοτικότητα των δαπανών και την εικόνα των κυβερνώντων. Αν οι πολίτες θεωρούν, όπως γίνεται στην Ελλάδα, πως η ανταποδοτικότητα των δαπανών είναι μικρή, η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή θα συνεχίζεται, ως αντίσταση στην αυξημένη φορολογία. Και το πόσο μικρή είναι η ανταποδοτικότητα φαίνεται από τομείς όπως η Υγεία (φακελάκι), οι πολεοδομίες (δωροδοκία για νομιμοποιήσεις), η Παιδεία (δεν είναι δωρεάν όσο υπάρχει η παραπαιδεία των φροντιστηρίων).

Οσο για την εικόνα των προηγούμενων κυβερνώντων, είναι σαφές ότι αν οι πολίτες έχουν την εντύπωση πως οι υπουργοί κλπ. είναι διεφθαρμένοι (σκάνδαλα, ρουσφέτια κτλ.), άρα κατασπαταλούν τα έσοδα από τους φόρους, τόσο λιγότερο διατεθειμένοι θα είναι οι ίδιοι να πληρώνουν φόρους. Στο σημείο αυτό, θεσμικά η αρχαία Αθήνα υπερέχει από τη σύγχρονη Ελλάδα. Στην Αθήνα υπήρχε αυστηρός έλεγχος και λογοδοσία από τους διαχειριστές του δημοσίου χρήματος (ακόμα και για στρατιωτικές δαπάνες) στο τέλος της θητείας τους και κάθε πολίτης μπορούσε να τους φέρει σε δίκη για κακοδιαχείριση, σπατάλη ή υπεξαίρεση. Η δυνατότητα αυτή είχε αποτρεπτικό χαρακτήρα. Ετσι, σε όλο τον 4ο αιώνα ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις διαχειριστών που κατηγορήθηκαν (όπως ο Δημοσθένης για την υπόθεση του Αρπάλου, που αθωώθηκε). Αντίθετα, στη σύγχρονη Ελλάδα, υπουργοί όπως οι κκ. Αλογοσκούφης και Παπαθανασίου, που όχι μόνο διαχειρίστηκαν άσχημα την οικονομία, αλλά και πολλές φορές έλεγαν ψέματα για τα δημοσιονομικά, δεν υφίστανται καμία νομική συνέπεια. Ο Αρπαλος ήταν ταμίας του Μ. Αλεξάνδρου. Υπεξαίρεσε το βασιλικό θησαυροφυλάκιο από τη Βαβυλώνα, 5.000 τάλαντα, και κατέφυγε με τον θησαυρό στην Αθήνα, ζητώντας άσυλο. Οι Αθηναίοι δίστασαν να τον δεχθούν, για να μην προκαλέσουν τον Αλέξανδρο. Αργότερα, βρέθηκε μόνο το μισό ποσό και κατηγορήθηκαν ο Δημοσθένης και άλλοι πως είχαν δωροδοκηθεί από τον Αρπαλο, αλλά η κατηγορία δεν αποδείχθηκε και αθωώθηκαν.

Στην Αθήνα υπήρχε μια αναδιανομή από τους πλούσιους προς τους φτωχούς μέσω εισφορών και λειτουργιών. Αυτό που θα γίνει τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα δεν θα είναι ανάλογη αναδιανομή, παρά σε πολύ μικρό βαθμό, αλλά μεγάλη αναδιανομή από τον ιδιωτικό τομέα (διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών) προς τον μέχρι σήμερα πολύ λιγότερο αποδοτικό δημόσιο τομέα, για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους. Δεδομένου ότι πολύ σημαντικό μέρος του χρέους διακρατείται σε χαρτοφυλάκια ξένων, η αναδιανομή θα είναι από τα εισοδήματα των Ελλήνων προς τα εισοδήματα ξένων.
Τα μέτρα που πρότεινε ο Πρωθυπουργός προς τους κοινωνικούς εταίρους ως ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου» εξόδου από την κρίση (ακόμα και αν δεν το ονόμασε έτσι) και το πώς το φορολογικό σύστημα πρέπει να γίνει έντονα ανταποδοτικό κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο κ. Παπακωνσταντίνου πρέπει πολύ σύντομα να τα συμπληρώσει, να τα συγκεκριμενοποιήσει και να τα ποσοτικοποιήσει για να πεισθούν οι διεθνείς χρηματαγορές.

Το μεγάλο στοίχημα όμως, από το οποίο θα κριθεί το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, της κυβέρνησης και του ιδίου, είναι ο περιορισμός των δαπανών, όπως ήδη έχει αναγγελθεί, εκεί όπου απέτυχαν παταγωδώς οι προκάτοχοί του. Αρκεί να θυμηθούμε ότι σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής το τωρινό επίπεδο δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών μπορεί να επιτευχθεί με 30%(!) λιγότερες δαπάνες.
Συμπερασματικά, όλοι θα γίνουμε φτωχότεροι πριν ίσως ξαναγίνουμε πλουσιότεροι. Το «ίσως» εξαρτάται από τα κυβερνητικά μέτρα, αλλά και την αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας.
Πιστεύω ότι ο κ. Παπακωνσταντίνου έχει καλές προθέσεις και τη θέληση και ικανότητα να αντεπεξέλθει. Αν το κατορθώσει, θα γίνει ένας σύγχρονος Λυκούργος... Το εύχομαι.

Νίκος Κ.Κυριαζής, Αναπληρωτής καθηγητής του πανεπιστημίου Θεσσαλίας / συγγραφέας
Βήμα Ιδεών, τεύχος 05/02/2010

 

Σχολίασε


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Δημοφιλή άρθρα