| Το νερό στην εποχή της κλιματικής αλλαγής |
|
| Κατηγορίες άρθρων - ΕΔώ ΓΗ! |
| Συντάχθηκε από ΤΟ ΒΗΜΑ |
| Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010 11:26 |
|
Το νερό είναι το κύριο και απαραίτητο συστατικό όλων των ζώντων οργανισμών. Δυστυχώς η έλλειψή του είναι ένα από τα πλέον ανησυχητικά προβλήματα της νέας χιλιετίας. Πολλές χώρες αντιμετωπίζουν ήδη έντονα φαινόμενα λειψυδρίας ενώ η ρύπανση μειώνει ακόμη περισσότερο το κατάλληλο για χρήση διαθέσιμο νερό. Η κλιματική αλλαγή είναι ένας ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας με μεγάλες επιπτώσεις στη διαθεσιμότητα γλυκού νερού.
Σήμερα, πάνω από 1,5 δισ. άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό και πάνω από 2,5 δισ. δεν έχουν πρόσβαση σε διαδικασίες καθαρισμού του νερού. Γύρω στις 35.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε ημέρα από την έλλειψη πόσιμου ύδατος και από τη μόλυνση ποταμών, λιμνών και υδροφόρου ορίζοντα. Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι ως το έτος 2025, το 1/3 της ανθρωπότητας δεν θα έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό.
Η Μεσόγειος, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και σενάρια, είναι μια από τις πιο ευάλωτες περιοχές στην κλιματική αλλαγή και στη διαταραχή του κύκλου του νερού. Στην Ελλάδα ειδικά τα προβλήματα προκύπτουν όχι μόνο από την προβληματική διαθεσιμότητα του αγαθού αλλά και από την πολύ κακή διαχείρισή του και από τα πολύ σοβαρά προβλήματα ρύπανσης και μόλυνσης των υπέργειων και υπόγειων υδάτων.
Τούτων δοθέντων, το Ιδρυμα Ευγενίδου και το Μegaron Ρlus διοργάνωσαν στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος συμπόσιο με τίτλο «Το νερό στην εποχή της κλιματικής αλλαγής». Στο συμπόσιο αυτό εννέα διακεκριμένοι επιστήμονες έθεσαν επί τάπητος τα προβλήματα με ιδιαίτερη έμφαση στην Ελλάδα. Υποστήριξαν τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου διαχείρισης του νερού που θα στηρίζεται σε ορθολογική προσέγγιση και σε επιστημονική μελέτη των προβλημάτων, των αναγκών και των επιπτώσεων των διαφόρων παρεμβάσεων.
Το «Βήμα Ιδεών», προκειμένου να συμβάλει στην όσο το δυνατόν ευρύτερη ενημέρωση των πολιτών στα παραπάνω προβλήματα και στις ενδεχόμενες λύσεις, ζήτησε από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στο συμπόσιο να συμβάλουν με κείμενά τους στη δημιουργία του αφιερώματος που δημοσιεύεται σε αυτό το τεύχος.
Το νερό στην εποχή της κλιματικής αλλαγής
Αναγκαία μια ολοκληρωμένη υδατική πολιτική με χρονοδιαγράμματα και πόρους
Δρ Χριστίνα Θεοχάρη - Περιβαλλοντολόγος - πολιτικός μηχανικός, επιμελήτρια της μόνιμης επιτροπής περιβάλλοντος και αειφόρου ανάπτυξης ΤΕΕ
Το νερό ως κοινωνικό αγαθό Το νερό αποτελεί πολύτιμο κοινωνικό αγαθό και το δικαίωμα πρόσβασης σε ασφαλές πόσιμο νερό είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα. Η χρόνια έλλειψή του σε εκτεταμένες περιοχές του πλανήτη και σε ηπείρους όπως η Αφρική και η Ασία οδηγεί ή/και συντηρεί την ακραία φτώχεια και επιδεινώνει τις συνθήκες ζωής. 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ενώ 2,4 δισεκατομμύρια άτομα κινδυνεύουν από την έλλειψη βασικών προϋποθέσεων υγιεινής. Απειλή για τους υδατικούς πόρους αποτελούν η ρύπανση και ο ευτροφισμός των εσωτερικών νερών. Η ρύπανση του υδατικού περιβάλλοντος ευθύνεται για το 20%-25% των θανάτων παγκοσμίως. Περίπου 2 εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες που σχετίζονται με το νερό. Ενας από τους στόχους της Χιλιετίας που έχει θέσει ο ΟΗΕ είναι η μείωση στο μισό μέχρι το 2015 του 1,2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που σήμερα δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό. Το νερό χρησιμοποιείται και ως γεωστρατηγκό μέσο επιβολής εξουσίας που οδηγεί σε περιφερειακές εντάσεις, ενίοτε συγκαλυμμένες (ΠαλαιστίνηΙσραήλ, Τουρκία- Συρία- Ιράκ, Νταρφούρ, Ζιμπάμπουε κ.α.).
Η κλιματική αλλαγή Σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, οτιδήποτε σχετίζεται με το νερό θα γνωρίσει στο μέλλον μεγάλες αλλαγές. Αλλού το μέσο ύψος της βροχής θα αυξηθεί σημαντικά, όπως αναμένεται να συμβεί στην Κεντρική και στη Βόρεια Ευρώπη, αλλού, όπως στις χώρες του Νότου, η ανομβρία θα ενταθεί, θα αλλάξει η κατανομή των βροχοπτώσεων στον χρόνο, καθώς θα έχουμε συχνότερη εναλλαγή ξηρών και υγρών περιόδων. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγήςαναμένεταινα περιορίσουν ακόμη περισσότερο την πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό. Το γεγονός αυτό για τη χώρα μας σημαίνει ότι στο εξής, ακόμη κι αν δεχόμαστε συνολικά, σε ετήσια βάση, τα ίδια ύψη βροχής σε σχέση με το παρελθόνκάτι πάντως που για την ώρα διαψεύδεται από τις μετρήσεις των μετεωρολόγων, οι οποίοι μιλούν για μείωση των βροχοπτώσεων-, η κατανομή του νερού θα είναι τέτοια, ώστε να μην ευνοεί όπως παλιά τον εμπλουτισμό των φυσικών δεξαμενών του νερού. Το έδαφος δεν προλαβαίνει να διηθήσει το νερό
όταν αυτό έρχεται με βροχοπτώσεις μεγάλης έντασης. Αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του νερού να απορρέει αναξιοποίητο και να χάνεται. Στην περιοχή μας, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι θα περιοριστεί σημαντικά η ικανότητα των φυσικών δεξαμενών του νερού να εμπλουτίζονται και να ανανεώνουν τα αποθέματά τους. Η μείωση όμως της ικανότητας εμπλουτισμού των επιφανειακών και υπόγειων φυσικών δεξαμενών του νερού, σε μια χώρα η οποία ήδη από καιρό υφίσταται τις συνέπειες της εξάντλησης και της ποιοτικής υποβάθμισης των υδατικών της αποθεμάτων, θα έχει ολέθρια αποτελέσματα, καθώς είναι κοινό μυστικό ότι η Ελλάδα, ανεξάρτητα από την κλιματική αλλαγή, εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει πρόβλημα νερού δυσανάλογο με τη φυσική προσφορά που παραδοσιακά δέχεται στο πλαίσιο του ετήσιου υδρολογικού κύκλου.
Η αναπτυξιακή διάσταση του νερού Το νερό καθορίζει τη δυνατότητα ή την αδυναμία ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων και παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζοντας πολλές φορές και την ίδια τη βιωσιμότητά τους. Οι τομείς της οικονομίας που φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών στους υδατικούς πόρους είναι η γεωργία (αυξημένες ανάγκες άρδευσης), η ενέργεια (μείωση ποσότητας διαθέσιμου νερού για ψύξη και μειωμένη υδροηλεκτρική ενέργεια), η υγεία (ποιότητα νερού) και η αναψυχή (τουρισμός).
Η απουσία ολοκληρωμένης πολιτικής για τη διαχείριση των υδατικών πόρων έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς σε πολλές περιοχές της χώρας έχει συσσωρεύσει προβλήματα και αδιέξοδα. Τα προβλήματα αυτά εκδηλώνονται κατά προτεραιότητα στις πιο ευάλωτες, από την άποψη του υδατικού ισοζυγίου, περιοχές, όπως είναι τα νησιά, οι παράκτιοι υγρότοποι και υδροφορείς. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μεγάλα υδάτινα σώματα όπως ο Αξιός, ο Νέστος, ο Εβρος, οι Πρέσπες, η Βιστωνίδα, ο Ασωπός, ο Πηνειός και πολλά άλλα αντιμετωπίζουν προβλήματα από ευτροφισμό μέχρι ρύπανση από σκουπίδια και μεταφερόμενη ρύπανση ενώ η Κορώνεια εκτιμάται ότι ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα έχει ανακάμψει ακόμα και αν γίνουν τα έργα που έχουν εξαγγελθεί. Το άλλο σκέλος αφορά τις επιπτώσεις επί των δραστηριοτήτων τουρισμού, αναψυχής αλλά και παραγωγής τροφίμων και ποτών με νερό από ρυπασμένες περιοχές.
Προτάσεις:
Νερό και «πράσινη» ανάπτυξη
Το κέρδος από την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών δεδομένων στους οικονομικούς στόχους
Γιάννης Α.Μυλόπουλος - Καθηγητής πολυτεχνικής σχολής του ΑΠΘ, διευθυντής του τομέα υδραυλικής και τεχνικής περιβάλλοντος
Ο πλανήτης υφίσταται σήμερα τις συνέπειες δύο μεγάλων κρίσεων, οι οποίες οφείλονται στις ίδιες αιτίες και εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά: μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης, που εκδηλώνεται μέσα από την ύφεση και την ανεργία, και μιας παγκόσμιας οικολογικής κρίσης, που εκδηλώνεται με την απορρύθμιση του κλίματος και την υπερθέρμανση του πλανήτη.
Και οι δύο κρίσεις είναι συνέπειες του ίδιου επιθετικού μοντέλου ανάπτυξης που συνδέθηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και την απελευθέρωση των αγορών. Η επιθετική ανάπτυξη είναι υπεύθυνη τόσο για την υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας της παραγωγικής βάσης της οικονομίας όσο και για την υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας της ίδιας της Γης. Η οικονομική υπέρβαση αναγνωρίζεται μέσα από αυτό που τελευταία αποκαλείται επιστροφή στην «πραγματική» οικονομία, ενώ η οικολογική με την υπερθέρμανση του πλανήτη και την ήδη προϊούσα κλιματική απορρύθμιση.
Το κοινωνικό πρόταγμα της επιθετικής ανάπτυξης, η υπόσχεση δηλαδή ότι θα οδηγήσει σε μια καθολική ευημερία στον πλανήτη, σήμερα ελέγχεται και ως προς το οικονομικό αλλά και ως προς το οικολογικό σκέλος του. Στο όνομα της καθολικής ευημερίας, η επιθετική ανάπτυξη το μόνο που πέτυχε ήταν η συσσώρευση μεγαλύτερου πλούτου στα χέρια των ήδη ισχυρών της Γης. Ηδη το 1% του πληθυσμού των ΗΠΑ σχεδόν τριπλασίασε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες τον πλούτο του, ελέγχοντας σήμερα το 20% της οικονομίας της χώρας. Συγχρόνως, για να επιτευχθούν τα επίπεδα ευημερίας που βιώνει σήμερα το 25% του πληθυσμού του πλούσιου Βορρά, χρειάστηκε να σπαταληθεί το 70% του φυσικού κεφαλαίου της Γης. Γεγονός που σημαίνει ότι προκειμένου να επιτευχθούν για το σύνολο του πληθυσμού παρόμοια επίπεδα ευημερίας με αυτά της πλούσιας Δύσης θα χρειάζονταν τρεις πλανήτες σαν τη Γη για να συντηρήσουν την αντίστοιχη ανάπτυξη...
Το νερό στην εποχή της κλιματικής αλλαγής Το αποτέλεσμα του επιθετικού μοντέλου ανάπτυξης από το 1950 μέχρι και σήμερα στον πλανήτη ήταν η συνολική κατανάλωση του νερού να εξαπλασιαστεί, τη στιγμή που ο πληθυσμός της Γης αυξήθηκε το ίδιο διάστημα μόνο δύο φορές. Η αύξηση συνεπώς της ζήτησης σε νερό, λόγω υδροβόρων οικονομικών δραστηριοτήτων, «έτρεξε» με ρυθμούς τριπλάσιους από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού. Αυτή η πραγματικότητα,
σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, που στην περιοχή της Μεσογείου εμφανίστηκαν με τη μορφή τόσο της μείωσης των υδατικών αποθεμάτων όσο και της δυσμενούς για τον εμπλουτισμό των φυσικών δεξαμενών κατανομής του νερού στον χρόνο λόγω αύξησης της συχνότητας εμφάνισης των ακραίων φαινομένων της ξηρασίας και των έντονων βροχοπτώσεων, διαμορφώνει σήμερα μια εφιαλτική κατάσταση σε ό,τι αφορά τα ισοζύγια προσφοράς και ζήτησης του νερού. Η φυσική προσφορά μειώνεται συστηματικά και η ζήτηση του νερού αυξάνεται κατακόρυφα.
Η παραδοχή της αειφορίας Η πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια για την αναζήτηση βιώσιμης λύσης έγινε στα τέλη του 20ού αιώνα με την παραδοχή της αειφόρου ανάπτυξης για το περιβάλλον. Σύμφωνα με αυτήν η ανάπτυξη για να είναι βιώσιμη και να έχει διάρκεια στον χρόνο πρέπει να έχει ως όριο τη φέρουσα ικανότητα της φύσης. Η έννοια μιας ανάπτυξης με όρια και περιορισμούς επανέφερε το στοίχημα της συμβατότητας μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής ευημερίας σε ρεαλιστική βάση. Η παραδοχή της αειφορίας εισήγαγε, όπως είναι φυσικό, νέα δεδομένα για τη διαχείριση του νερού. Η ολοκληρωμένη θεώρηση των υδατικών συστημάτων εντός των ορίων των υδρολογικών λεκανών, η καταπολέμηση της τομεακής διαχείρισης σύμφωνα με τη χρήση και η εξέτασή τους σε ενιαίο πλαίσιο με τις οικονομικές και τις κοινωνικές επιδιώξεις συνέβαλαν ώστε η βιώσιμη πολιτική για το νερό να αποκτήσει χαρακτηριστικά αποτελεσματικότητας. Η εφαρμογή της αρχής της διαχείρισης της ζήτησης και η επιδίωξη του στόχου της εξοικονόμησης του νερού συνέβαλαν στην αποδοτικότητα της αειφορικής υδατικής πολιτικής. Τέλος, η αποκεντρωμένη και συμμετοχική διαχείριση έδωσε στη βιώσιμη πολιτική για το νερό χαρακτηριστικά δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Η παραδοχή της αειφορίας όμως, θέτοντας περιβαλλοντικά όρια και περιορισμούς στην οικονομική ανάπτυξη, στάθηκε αδύναμη να απαντήσει στα μεγάλα προβλήματα της ύφεσης και της ανεργίας, τα οποία στη σημερινή εποχή της οικονομικής κρίσης πλήττουν τις σύγχρονες κοινωνίες.
Το μοντέλο της «πράσινης» ανάπτυξης Η ανθρώπινη ευφυΐα αναζητεί σήμερα, στο πρότυπο του αρχαιοελληνικού μέτρου, ένα πολιτικό σύστημα που να υπηρετεί ισόρροπα την οικονομική, την περιβαλλοντική και την κοινωνική ανάπτυξη, επιδιώκοντας ένα
νέο αναπτυξιακό μοντέλο που, στηριζόμενο στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου, θα δίνει απάντηση στην κρίση ως οικονομικά αποδοτικό, οικολογικά εφικτό και κοινωνικά δίκαιο.
Η «πράσινη» ανάπτυξη και οι «πράσινες» οικονομικές δραστηριότητες, ενσωματώνοντας πλήρως τις περιβαλλοντικές παραμέτρους στους οικονομικούς στόχους, λειτουργούν αφ΄ εαυτών και ως κίνητρα οικολογικής συμπεριφοράς. Η αξιοποίηση «πράσινων» επιχειρηματικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, συμβατών με το κλίμα και το φυσικό περιβάλλον, αποδίδει για πρώτη φορά αναπτυξιακό χαρακτήρα στους περιβαλλοντικούς στόχους, δίνοντας με τον τρόπο αυτόν νέες διεξόδους τόσο στο πρόβλημα της ύφεσης όσο και σε εκείνο της ανεργίας και της απασχόλησης.
Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), τα ενεργειακά κτίρια και οι σύγχρονες τεχνολογίες επεξεργασίας και διαχείρισης αποβλήτων και απορριμμάτων αποτελούν παραδείγματα «πράσινων» δραστηριοτήτων που, ενώ είναι απόλυτα συμβατές με τη φέρουσα ικανότητα των φυσικών συστημάτων, δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με «λιγότερη» ανάπτυξη.
«Πράσινη» πολιτική νερού Ο στόχος της ολοκληρωμένης ανάπτυξης της υπαίθρου, με την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και τη στροφή σε ποιοτικά αγροτικά προϊόντα με ονομασία προέλευσης, συμβατά με τα υδατικά αποθέματα των λεκανών απορροής, η οικολογική και η βιολογική γεωργία, ο αγροτουρισμός και ο οικοτουρισμός αποτελούν παραδείγματα οικονομικών δραστηριοτήτων που εναρμονίζονται απόλυτα με το πνεύμα μιας «πράσινης» πολιτικής για το νερό, η εφαρμογή της οποίας δεν επιτυγχάνεται
μονόπλευρα με μεγάλες τεχνικές επεμβάσεις και υδραυλικά έργα, όπως φράγματα και εκτροπές ποταμών, αλλά, αντίθετα, με τον κατάλληλο συνδυασμό της τεχνολογίας με μια σειρά δράσεις, μέτρα και πολιτικές που διασφαλίζουν την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών παραμέτρων στους οικονομικούς στόχους.
Οικονομικό ή κοινωνικό αγαθό; Στο πλαίσιο λοιπόν μιας «πράσινης» πολιτικής το νερό θεωρείται οικονομικό αγαθό στις δραστηριότητες όπου συμμετέχει ενεργά στην παραγωγική διαδικασία ως πρώτη ύλη, όπως στην αγροτική ανάπτυξη, τη βιομηχανία ή τον τουρισμό. Αντίθετα, θεωρείται κοινωνικό αγαθό όταν συντηρεί την ύδρευση πληθυσμών και το περιβάλλον. Και αυτό γιατί αν και στις περιπτώσεις αυτές θεωρούνταν εμπορικό αγαθό, τότε η επιδίωξη της αύξησης του κέρδους θα οδηγούσε μονόδρομα σε κατακόρυφη αύξηση της κατανάλωσης, γεγονός που θα ήταν ασυμβίβαστο με τον μεγάλο «πράσινο» στόχο της εξοικονόμησης και της προστασίας του.
Η περίπτωση του Αχελώου Οσον αφορά το μεγάλο έργο της εκτροπής του Αχελώου, είναι σαφές ότι αυτό δεν μπορεί θεωρηθεί συμβατό με μια «πράσινη» πολιτική για το νερό, εφόσον σχεδιάζεται για να συντηρήσει ένα οικονομικά μη αποδοτικό και ταυτόχρονα περιβαλλοντικά καταστροφικό μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης. Το έργο θα μπορούσε όμως, με κατάλληλη στροφή του στην κατεύθυνση της συντήρησης οικονομικών δραστηριοτήτων συμβατών με το κλίμα και τα υδατικά αποθέματα της Θεσσαλίας, να αποκτήσει «πράσινα» χαρακτηριστικά. Για τη στροφή αυτή, αυτό που χρειάζεται πρώτα είναι ο σχεδιασμός ενός νέου, «πράσινου» μοντέλου αγροτικής ανάπτυξης του Θεσσαλικού κάμπου, προσαρμοσμένου στα δεδομένα των υδατικών του αποθεμάτων, και ακολούθως η εκπόνηση σειράς διαχειριστικών σχεδίων πρώτα για την αξιοποίηση των τοπικών υδατικών αποθεμάτων και στη συνέχεια για τη διασφάλιση ενός νέου, βιώσιμου ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης του νερού στην περιοχή.
Επιμύθιο Το τολμηρό του εγχειρήματος της «πράσινης» πολιτικής για το νερό είναι ταυτόχρονα και το μεγάλο του μειονέκτημα. Γιατί η αναγκαστική σύγκρουση με συμφέροντα και κατεστημένες αντιλήψεις είναι αβέβαιο αν θα καταφέρει να κερδίσει την κοινωνική αποδοχή. Μένει λοιπόν να αποδειχθεί αν το συλλογικό ένστικτο επιβίωσης είναι ισχυρότερο από την ανθρώπινη απληστία...
Το αρδευτικό νερό και η διαχείρισή του
Αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, βασικές έννοιες για τη λήψη αποφάσεων
Περικλής Λατινόπουλος - Καθηγητής του τμήματος πολιτικών μηχανικών στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Ενα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα είναι αυτό της επάρκειας των τροφίμων για το σύνολο του πληθυσμού που ζει στον πλανήτη. Πρόσφατες εκτιμήσεις δείχνουν ότι σχεδόν 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι υποφέρουν σήμερα από υποσιτισμό, ενώ η κατάσταση για το μέλλον διαγράφεται ακόμη πιο δύσκολη. Ιδιαίτερα για τις φτωχότερες χώρες. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε σε απώλεια εισοδημάτων, σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές των τροφίμων, αποτελεί μια πρώτη οικονομικού χαρακτήρα αιτία. Επιπλέον, οι ελάχιστες επενδύσεις που έγιναν για την αγροτική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια και που επηρέασαν αρνητικά την πρωτογενή παραγωγή τροφίμων οδηγούν σε επισιτιστική ανασφάλεια, αλλά γεννούν και παράπλευρα προβλήματα στις χώρες στις οποίες η γεωργία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της εθνικής οικονομίας και μοναδική πηγή εισοδήματος για σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού τους.
Τη μελλοντική όμως προοπτική της γεωργικής παραγωγής και κατ΄ επέκταση της επισιτιστικής ασφάλειας απειλεί άμεσα και η κλιματική αλλαγή, που θα έχει αρκετές και πολύπλοκες επιπτώσεις. Σε κάποιες περιοχές οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι θετικές αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδίως των χωρών που στηρίζουν την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων, θα είναι από λίγο έως πολύ αρνητικές. Ο όγκος, η ποιότητα και η σταθερότητα της γεωργικής παραγωγής, καθώς και το φυσικό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται η γεωργία θα επηρεαστούν από αναμενόμενες μεταβολές σε φυσικά φαινόμενα, όπως η αύξηση της θερμοκρασίας, η συχνότητα και η ένταση των βροχοπτώσεων καθώς και οι ακραίες καιρικές καταστάσεις που θα επικρατούν εποχικά κατά τόπους (πλημμύρες και ξηρασίες). Οι δύο κύριες απειλές της αλλαγής του κλίματος στη γεωργία είναι η μείωση της γονιμότητας των καλλιεργούμενων εδαφών και η ελάττωση του διαθέσιμου νερού για την άρδευσή τους, η οποία αποτελεί και το ζήτημα που αναπτύσσεται παρακάτω.
Το αρδευτικό νερό, δηλαδή το νερό το οποίο- αντλούμενο από το έδαφος (από τους υπόγειους υδροφορείς) ή/και από τα επιφανειακά υδατικά σώματα (από λίμνες, ποτάμια και τεχνητούς ταμιευτήρες φραγμάτων)- συμπληρώνει το συνήθως ανεπαρκές νερό των βροχοπτώσεων και διασφαλίζει την ομαλή ανάπτυξη των καλλιεργειών, αποτελεί τον μεγάλο καταναλωτή
του πολύτιμου αυτού φυσικού πόρου σε παγκόσμια κλίμακα. Ιδίως στις χώρες στις οποίες η αγροτική δραστηριότητα αποτελεί βασική συνιστώσα της οικονομίας τους η αρδευόμενη γεωργία καταναλώνει κατά μέσο όρο το 70%-80% των διαθέσιμων υδατικών τους πόρων. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 85%, ένα ακραίο δηλαδή γεγονός, το οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μη ορθολογική διαχείριση του νερού, τόσο λόγω έλλειψης αξιόπιστης και αποτελεσματικής πολιτικής από την πολιτεία όσο και λόγω κατασπατάλησής του από κακές πρακτικές των χρηστών του (των γεωργών).
Εδώ λοιπόν τίθεται το μεγάλο ερώτημα: Πώς είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για τρόφιμα, που συνεπάγεται μεγαλύτερες απαιτήσεις για αρδευτικό νερό, κάτω από συνθήκες μιας εν γένει ελλειμματικής προσφοράς του; Και μάλιστα σε ένα μέλλον που όχι μόνο δεν εγγυάται την τρέχουσα- ήδη προβληματική- διαθεσιμότητα νερού, αλλά στο οποίο η αστικοποίηση και ο μετασχηματισμός των οικονομιών θα αυξήσουν τη ζήτηση για τις αστικές και τις βιομηχανικές χρήσεις του, αφήνοντας έτσι ως υπόλοιπο ένα μικρότερο μερίδιο από το σημερινό για να χρησιμοποιηθεί από τη γεωργία.
Είναι προφανές ότι οι ισχύουσες τάσεις στην πολιτική διαχείρισης του αρδευτικού νερού δεν είναι δυνατό να συνεχιστούν, εφόσον ο στόχος είναι να αντιμετωπιστούν οι μελλοντικές προκλήσεις, δηλαδή η παραγωγή μεγαλύτερου όγκου τροφίμων με μικρότερο ποσοστό διαθέσιμου νερού. Μια παράπλευρη πολιτική αφορά την προσπάθεια αλλαγής στη διαιτητική συμπεριφορά των πληθυσμών, ιδίως των αναπτυγμένων χώρων, με στόχους την πιο υγιεινή διατροφή και τη μείωση της υπερκατανάλωσης τροφίμων. Ωστόσο το κύριο βάρος των νέων πολιτικών ανατίθεται στον τομέα της αρδευτικής χρήσης του νερού αυτής καθαυτής.
Δύο είναι οι κρίσιμες έννοιες για τη μελλοντική διαχείριση του νερού των αρδεύσεων: η αποδοτικότητα στη χρήση του και η αποτελεσματικότητά του στην παραγωγή τροφίμων. Η αποδοτικότητα στη χρήση του αρδευτικού νερού έχει τεθεί από χρόνια ως στόχος άμεσης προτεραιότητας. Το γεγονός ότι ο όγκος του νερού που χρειάζεται η οποιαδήποτε καλλιέργεια για να αναπτυχθεί είναι κατά πολύ μικρότερος αυτού που καταναλώνεται συνολικά στη διαδρομή από την άντλησή του έως την εφαρμογή του στον αγρό είναι το μελανό σημείο της τρέχουσας υδατικής
διαχείρισης. Η μεγάλη σπατάλη που γίνεται οφείλεται σε απώλειες νερού (από διαρροές ή και εξάτμιση) στα συστήματα μεταφοράς και στα συστήματα διάθεσης του αρδευτικού νερού στο έδαφος (αυλάκια, κατάκλυση ή ακόμα και συμβατικά συστήματα καταιονισμού) καθώς και από κακές αρδευτικές πρακτικές των γεωργών (καταιονισμός με «κανόνια», άρδευση κατά τις θερμές ώρες της ημέρας όπου η εξάτμιση είναι μεγάλη κτλ.).
Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αύξηση της αποδοτικότητας των αρδεύσεων είναι τόσο τεχνολογικού όσο και οικονομικού χαρακτήρα. Πρέπει να γίνουν κατάλληλες και σημαντικές επενδύσεις ώστε τα παρωχημένα και σπάταλα συστήματα μεταφοράς, διανομής και εφαρμογής νερού στους αγρούς να αντικατασταθούν από πιο σύγχρονα και πιο αποδοτικά, έτσι ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο οι υδατικές απώλειες. Πρέπει επίσης να γίνει καλύτερη εκμετάλλευση του βρόχινου νερού για να ελαφρυνθούν οι υπόγειοι υδροφορείς και τα επιφανειακά νερά, και να αξιοποιηθούν εναλλακτικές- μη συμβατικές πηγές νερού (επεξεργασίαανακύκλωση λυμάτων, αφαλάτωση θαλασσινού νερού κτλ.). Τέλος, πρέπει να «εκπαιδευτούν» οι γεωργοί ώστε να εφαρμόζουν καλύτερες αρδευτικές πρακτικές. Στα οικονομικού χαρακτήρα μέτρα το πρώτο που πρέπει θεσμικά να αλλάξει είναι η πολιτική του «φθηνού νερού» που χρησιμοποιούν σήμερα οι γεωργοί. Σύμφωνα και με την οδηγία-πλαίσιο για το νερό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η κατανάλωση του αρδευτικού νερού θα πρέπει να μετριέται και να χρεώνεται, γεγονός που θα οδηγήσει σε συνειδητοποίηση της αξίας του από τους γεωργούς και, τελικά, στην εξοικονόμησή του. Μια συνολική αναδιοργάνωση της αγροτικής οικονομίας, έτσι ώστε η επαγγελματική αυτή δραστηριότητα να παραμείνει ενδιαφέρουσα για αυτούς που την ασκούν, είναι επίσης πολιτική δράση πρώτης προτεραιότητας. Τέλος, η βιώσιμη διαχείριση του αρδευτικού νερού οφείλει να συμπεριλάβει και το ζήτημα της αποτελεσματικότητας της χρήσης του στην παραγωγή τροφίμων. Οι υδροβόρες καλλιέργειες, ιδίως όταν η οικονομική τους αποτελεσματικότητα είναι μικρή, είναι καλό να αποφεύγονται σε περιοχές με υδατικό έλλειμμα. Το σοβαρό πρόβλημα της επιτόπιας αυτάρκειας της παραγωγής τροφίμων- που συνήθως οδηγεί σε υπερβολικές σπατάλες νερού σε φτωχές και άνυδρες περιοχές- θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σε πιο ευρεία κλίμακα και μέσω εθνικών συνεργασιών. Οι αναμενόμενες μεταβολές από την κλιματική αλλαγή δείχνουν ότι κάποιες χώρες του ψυχρότερου Βορρά θα μπορούν να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο των υδροβόρων καλλιεργειών, έτσι ώστε οι χώρες του θερμού Νότου να μπορέσουν να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους σε λιγότερο απαιτητικές σε νερό καλλιέργειες.
Πρόσφατες μελέτες για τις πιο προβληματικές εν όψει κλιματικής αλλαγής περιοχές- ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η λεκάνη της Μεσογείουδείχνουν ότι, εφόσον εφαρμοστούν όλα τα παραπάνω, είναι δυνατή μια σημαντική εξοικονόμηση στη χρήση του αρδευτικού νερού έτσι ώστε και η παραγωγή τροφίμων να είναι επαρκής και το ποσοστό της χρήσης του αρδευτικού νερού στο σύνολο όλων των χρήσεων να μειωθεί, όπως οφείλει.
Οι υδατικοί πόροι της Ελλάδας
Προτάσεις για μια ορθολογική διαχείριση του νερού
Μ.Α.Μιμίκου - Καθηγήτρια του ΕΜΠ και διευθύντρια του εργαστηρίου υδρολογίας και αξιοποίησης υδατικών πόρων του ΕΜΠ
Το νερό είναι ένα σημαντικό αγαθό αλλά και ρυθμιστικός παράγοντας για την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ανάπτυξη μιας χώρας. Είναι όμως ένα αγαθό σε ανεπάρκεια αφού μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό του νερού είναι κατάλληλο για χρήση. Επίσης, είναι ένα διεθνές ζήτημα και πρόβλημα το οποίο απασχολεί την παγκόσμια κοινότητα και δημιουργεί διενέξεις- πολλοί πιστεύουν ότι μπορεί να αποτελέσει την αιτία ενός μελλοντικού πολέμου- ανάμεσα σε χώρες που μοιράζονται νερά από διασυνοριακά ποτάμια, λίμνες και υπόγειους υδροφορείς. Αν και το νερό φαίνεται να υπάρχει σε αφθονία στη γη, αφού το 70% της επιφάνειάς της καλύπτεται από αυτό, η τελικά διαθέσιμη και κατάλληλη για χρήση ποσότητα είναι πολύ μικρή. Και αυτό το λίγο νερό είναι άνισα κατανεμημένο στον χώρο και στον χρόνο. Η ανεπάρκεια και η ανισοκατανομή των υδατικών πόρων καθιστούν απολύτως αναγκαία τη βέλτιστη διευθέτηση και διαχείρισή τους. Για να αξιοποιηθούν σωστά οι υδατικοί πόροι και να αντιμετωπισθούν στο μέτρο του δυνατού αυτά τα αρνητικά για τον καταναλωτή χαρακτηριστικά τους, χρειάζεται να γίνουν έργα. Τα υδραυλικά έργα είναι αυτά που διασφαλίζουν την επάρκεια του νερού σε κάποια περιοχή ανάλογα με τη ζήτηση, ρυθμίζουν κατάλληλα την ποσότητά του στον χρόνο, διανέμουν το νερό στον χώρο, προστατεύουν από την πλημμυρική δράση του και διατηρούν την ποιότητά του. Μέσα από αυτά τα έργα εξυπηρετείται κυρίως η ζήτηση για τις διάφορες χρήσεις του νερού (αγροτική, αστική, βιομηχανική, ενεργειακή). Οι υδατικοί πόροι, τα υδραυλικά έργα και οι χρήσεις νερού είναι συνιστώσες αλληλένδετες και επηρεαζόμενες που συγκροτούν τον συνολικό τομέα του νερού μιας χώρας και πρέπει να αντιμετωπίζονται με κοινή οπτική γωνία τουλάχιστον όσον αφορά στον τομέα της πολιτικής, της διαχείρισης και των αποφάσεων.
Στον τομέα της πολιτικής και της διαχείρισης σχετικά με το νερό έχει ήδη μορφοποιηθεί με υποχρεωτική εφαρμογή σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Οδηγία-Πλαίσιο για τα Νερά 2000/60. Τελικός στόχος της Οδηγίας είναι η διατήρηση της «καλής οικολογικής κατάστασης» των υδροφορέων μέσα από τη μελέτη και εφαρμογή «σχεδίων διαχείρισης» για κάθε υδρολογική περιφέρεια. Η Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ πίσω για την εφαρμογή της Οδηγίας, αλλά και γενικότερα στον τομέα της εκτίμησης και ορθολογικής διαχείρισης του διαθέσιμου υδατικού δυναμικού της.
Οι υδατικοί πόροι στην Ελλάδα κατανέμονται εξαιρετικά άνισα λόγω του ιδιόμορφου ισχύοντος υδρολογικού καθεστώτος, με τη Δυτική Ελλάδα να παίρνει το μεγαλύτερο μέρος της ποσότητας της βροχής και την Ανατολική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη να έχουν εξαιρετικά μειωμένο φυσικό εμπλουτισμό. Το ιδιόμορφο υδρολογικό καθεστώς των περιοχών που αναφέρθηκε σε συνδυασμό με την υψηλή κατανάλωση και σπατάλη που γίνεται για αγροτική, αστική αλλά και τουριστική χρήση δημιουργούν στις περιοχές αυτές συνθήκες εγκατεστημένης λειψυδρίας και μόνιμης έλλειψης νερού. Ειδικά για την αγροτική χρήση αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι κατέχει τη μερίδα του λέοντος (86%) στην πίτα των υδατικών διαθέσιμων της χώρας.
Πρέπει να γίνουν πολλά στον τομέα του Νερού και πρέπει να γίνουν άμεσα! Εξάλλου η οδηγία-πλαίσιο δεν αφήνει χρονικά περιθώρια!
Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να γίνει: Επαναδιαμόρφωση του κεντρικού φορέα Υδάτων (αντί της ΚΥΥ η οποία είναι υποστελεχωμένη) όπως προβλέπεται από την Οδηγία-Πλαίσιο για τα Νερά 2000/60. Μια πραγματικά εθνική υπηρεσία που:
Η ταχύτερη υλοποίηση της ευρωπαϊκής οδηγίας-πλαισίου για τα νερά. Θα πρέπει θα ξεκινήσει άμεσα η οργάνωση της εφαρμογής της οδηγίας σε υψηλό επίπεδο επιστημονικό και τεχνικό, με ανάλογη ενεργοποίηση και εκπροσώπηση στην Ευρώπη, σε όλους τους τομείς που θίγει η οδηγία.
Ο εξορθολογισμός των χρήσεων νερού. Ιδιαίτερα για την αγροτική χρήση θα πρέπει να χαραχθεί μια αγροτική πολιτική, που θα πρέπει να αφορά:
Έλλειψη, μόλυνση, ρύπανση και εμπορευματοποίηση του νερού
Τα επεξεργασμένα λύματα θα μπορούσαν να γίνουν πηγή νερού
Ευριπίδης Γ. Στεφάνου - Καθηγητής στο εργαστήριο περιβαλλοντικών χημικών διεργασιών, τμήμα χημείας πανεπιστήμιου Κρήτης
Κάθε γενιά αντιμετωπίζει προκλήσεις, ευκαιρίες και κρίσεις. Σε ένα περιορισμένο σύστημα όπως η Γη, η εφευρετικότητα μιας γενιάς για την επιβίωση και την ανάπτυξή της ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα για τις επόμενες γενιές. Οι «κλιματικές αλλαγές» και η «ρύπανση του περιβάλλοντος» είναι δύο σημαντικές προκλήσεις για μας και τις επόμενες γενιές.
Οι κλιματικές αλλαγές συνδέονται με σημαντικές αλλαγές στον υδρολογικό κύκλο σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Για τη Λεκάνη της Μεσογείου, τις Δυτικές ΗΠΑ και τη Νότια Αφρική αναμένουμε μείωση του όγκου των υδάτινων πόρων και ξηρασία. Ενώ για περιοχές που βρίσκονται στα υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, η αυξανόμενη ένταση των βροχοπτώσεων επιφέρει φαινόμενα όπως η ένταση των πλημμυρών. Οι αλλαγές στην ποσότητα και στην ποιότητα του νερού συνεπάγονται και προβλήματα στη διαθεσιμότητα, τη σταθερή και ασφαλή πρόσβαση σε βασικά είδη διατροφής και στην υγεία.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι το 1/3 του πληθυσμού της Γης ζει στις περιοχές που υφίστανται το λεγόμενο «στρες του νερού». Μας είναι διαθέσιμα 43.600 κυβικά χιλιόμετρα νερού ανά έτος. Το 12% του παγκόσμιου πληθυσμού που καταναλώνει το 85% των υδάτινων αποθεμάτων του πλανήτη ζει στις λεγόμενες «αναπτυγμένες» χώρες. Αντίθετα στις «υπό ανάπτυξη χώρες» 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό, ενώ 2 δισεκατομμύρια ζουν σε περιοχές χωρίς συστήματα αποχέτευσης. Η κατανάλωση νερού ανά άτομο στην Κεντρική Αφρική μετά βίας ανέρχεται στο 2% της αντίστοιχης των ΗΠΑ, που είναι 600 λίτρα την ημέρα ανά άτομο. Η υπέρμετρη κατανάλωση δεν είναι πάντοτε συνώνυμο της ποιότητας ζωής. Σε χώρες με αντίστοιχη ή και υψηλότερη συνολική ποιότητα ζωής από τις ΗΠΑ η κατανάλωση νερού δεν ξεπερνά το μισό της αντίστοιχης των ΗΠΑ. Στις αναπτυγμένες χώρες η κατανάλωση νερού διοχετεύεται κατά 80% στη γεωργία, 12% στη βιομηχανία και κατά 8% στην οικιακή κατανάλωση. Επιστήμονες υπολογίζουν ότι για την παραγωγή ενός χιλιογράμμου βοδινού κρέατος καταναλώνονται 15.500 λίτρα νερού (για ένα χάμπουργκερ 2.400 λίτρα!), για 1 χιλιόγραμμο σιτηρών 1.550 λίτρα, για ένα φλιτζάνι καφέ 140 λίτρα, και για 1 λίτρο ελαιολάδου 3.914 λίτρα. Η ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας θα επισύρει ως το 2030 διπλασιασμό της ζήτησης για το νερό και τρόφιμα, δηλαδή αύξηση της χρήσης κατά 12.000 κυβικά χιλιόμετρα νερού ανά έτος.
Η κρίση του νερού είναι ορατή, σε διάφορες μορφές, στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες κοινωνίες. Στη Νέα Υόρκη, έπειτα από κάθε ισχυρή βροχόπτωση, λόγω πλημμυρών μείγμα 380.000- 7.500.000 κυβικών μέτρων νερού και λυμάτων υπερχειλίζει και μεταφέρει τοξικούς και μολυσματικούς παράγοντες στον υδροφόρο ορίζοντα και στα επιφανειακά νερά. Αναφέρθηκε πρόσφατα ότι σε ένα και μόνο νοσοκομείο του Μilwaukee ο αριθμός εισαγωγής παιδιών με σοβαρή διάρροια αυξάνεται σημαντικά, όταν λόγω έντονων βροχοπτώσεων υπερχειλίζουν οι υπόνομοι. Οι «υδατογενείς» ασθένειες στις ΗΠΑ συνδέονται με 900.000 κρούσματα ανά έτος, εκ των οποίων τα 900 είναι θανατηφόρα. Οι μολυσματικοί και χημικοί τοξικοί παράγοντες του πόσιμου νερού αντιμετωπίζονται όχι πάντοτε αποτελεσματικά στις αναπτυγμένες τεχνολογικά χώρες. Βρίθουν οι αναφορές στα ΜΜΕ των πλέον αναπτυγμένων χωρών για σημαντικά προβλήματα που προκύπτουν για τον πληθυσμό εξαιτίας της μόλυνσης και της ρύπανσης του πόσιμου νερού. Η απολύμανση του νερού, επίτευγμα της δημόσιας υγείας, όταν δεν εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη τα χημικά χαρακτηριστικά των υδάτινων πόρων της κάθε περιοχής, παράγει σημαντικές συγκεντρώσεις τοξικών παραπροϊόντων απολύμανσης. Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από 49 μικρογραμμάρια ανά λίτρο (δηλαδή συγκεντρώσεις που μετρούνται στα πόσιμα νερά πολλών ευρωπαϊκών πόλεων) διπλασιάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης σε όσους καταναλώνουν χλωριωμένο νερό ή κολυμπούν σε πισίνες.
Στις αναπτυσσόμενες χώρες η έλλειψη και η κακή ποιότητα του νερού αποτελούν προβλήματα επιβίωσης. Σε χώρες όπως η Ζιμπάμπουε και η Αιθιοπία η αυξομείωση του ΑΕΠ ως το 2000 ήταν σε απόλυτη συμφωνία με την αυξομείωση της συχνότητας των βροχοπτώσεων. Η επίδραση του Ελ Νίνιο στο κλίμα σχετίζεται με την αύξηση εμφάνισης κρουσμάτων υδατογενών ασθενειών όπως της ελονοσίας στη Νότια Αμερική, του δάγκειου πυρετού στην Ταϊλάνδη, της χολέρας στο Μπανγκλαντές και της παιδικής διάρροιας στο Περού. Στα 13 εκατομμύρια θανάτων ανά έτος (1,4 εκατομμύρια παιδιά!) από υδατογενείς ασθένειες, το 80% αφορά τους κατοίκους των αναπτυσσόμενων χωρών.
Τα λεγόμενα «αέρια του θερμοκηπίου» και η χημική ρύπανση δεν παραμένουν εκεί που παράγονται αλλά επηρεάζουν όλο τον πλανήτη. Οι αναπτυγμένες χώρες που ευθύνονται για την υπερθέρμανση του πλανήτη και την παραγωγή τοξικών αποβλήτων δεν είναι αυτές που υφίστανται τις πιο έντονες επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών και της ρύπανσης. Για τον λόγο αυτό ο ΟΗΕ έθεσε τους λεγόμενους «Στόχους Ανάπτυξης της Χιλιετίας» μέσω της διεθνούς συνεργασίας. Μεταξύ αυτών και η πρόσβαση σε ασφαλές νερό. Ο στόχος ήταν να μειωθεί, ως το 2015, στο 1/2 ο πληθυσμός των περιοχών που δεν είχε πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό και αποχετευτικά δίκτυα. Σήμερα, το 2010, ο στόχος αυτός δεν έχει επιτευχθεί για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό σημαίνει αύξηση των θανάτων από υδατογενείς ασθένειες κατά 25% παγκοσμίως.
Το νερό έχει γίνει πλέον εμπορεύσιμο προϊόν. Ο τομέας του νερού έχει μονοπωλιακό χαρακτήρα, που τον απολαμβάνει όποιος τον διαχειρίζεται, Δημόσιο ή ιδιώτης. Ο τζίρος των μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών σήμερα φθάνει τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια ανά έτος. Χωρίς κοινωνικό έλεγχο ο κίνδυνος καταχρηστικών μονοπωλιακών πολιτικών δεν είναι απλά πιθανός, είναι διαπιστωμένος! Η ιδιωτικοποίηση των δικτύων διανομής πόσιμου νερού θεωρείτο σημαντικό εργαλείο για την εξασφάλιση πρόσβασης σε ασφαλές νερό στις φτωχές χώρες, από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διεθνή Τράπεζα. Οι εν λόγω οργανισμοί υποχρέωναν σε αυτού του είδους τη λύση όταν δάνειζαν αναπτυσσόμενες χώρες για τη βελτίωση ή ανάπτυξη του υδρευτικού και αποχετευτικού τους συστήματος. Στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν αυτές οι πολιτικές τι συνέβη; Στη Χιλή, πρότυπο δημόσιας διαχείρισης δικτύου πόσιμου νερού στη Νότια Αμερική, ουδεμία βελτίωση του υπάρχοντος δικτύου επήλθε με την αύξηση των τιμών για τον καταναλωτή. Στη Βολιβία, χρειάζονταν εννέα μηνιαίοι μισθοί μιας φτωχής οικογένειας για τη σύνδεση με το δίκτυο. Ετσι, μετά τη ιδιωτικοποίηση, το 25% του πληθυσμού δεν είχε δυνατότητα σύνδεσης ή είχε παράνομη σύνδεση. Το αποτέλεσμα; Οι κάτοικοι, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα σύνδεσης με το κεντρικό δίκτυο, να πληρώνουν περισσότερα χρήματα στους μεταφορείς του νερού ή να συνδέονται παράνομα και να υφίστανται, και στις δύο περιπτώσεις, τις επιπτώσεις στην υγεία τους λόγω έλλειψης και χαμηλού επιπέδου ποιότητας πόσιμου νερού. Στην Αργεντινή, η οικονομική κρίση επέφερε σημαντικές μειώσεις μισθών και αυξήσεις στις τιμές των αγαθών, όπως το «εμπορικό προϊόν νερό» για τα δίκτυα του οποίου ο δανεισμός είχε γίνει σε δολάρια ΗΠΑ και όχι σε πέσος.
Οι επενδύσεις για εγκαταστάσεις και τεχνολογίες για την παραγωγή και διάθεση πόσιμου νερού ανέρχονται σήμερα σε 500 δισεκατομμύρια δολάρια. Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι επενδύσεις γίνονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές του υδρολογικού κύκλου. Φράγματα γίνονται σε περιοχές όπου οι βροχοπτώσεις μειώνονται (βλ. Κρήτη) και για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα προτείνεται ως και η μεταφορά νερού από άλλες περιοχές! Για παράκτιες πυκνοκατοικημένες περιοχές της Νότιας Ευρώπης και Βόρειας Αφρικής, προτείνεται η αφαλάτωση η οποία όμως είναι ακριβή και ενεργοβόρα. Και κανείς δεν αναφέρει τι γίνεται με τα απόβλητα της αφαλάτωσης (τη «σαλαμούρα») και πώς επηρεάζουν την ισορροπία των παράκτιων περιοχών όπου διατίθενται. Δεν φαίνεται να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας ότι 165 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα επεξεργασμένων λυμάτων ανά έτος διοχετεύονται στο περιβάλλον (δηλαδή χάνονται) έπειτα από επεξεργασία. Και όμως, θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή νερού αν γίνουν επενδύσεις σε υπαρκτές ήδη τεχνολογίες, για την αποτελεσματική επεξεργασία τους για διάφορες χρήσεις.
Σε τι οφείλεται η κρίση του νερού; Από την προβληματική «φυσική» διαθεσιμότητα του αγαθού ή από τη διαχείρισή του στις αναπτυγμένες κοινωνίες και στα επιβαλλόμενα από αυτές πρότυπα διαχείρισης στις αναπτυσσόμενες χώρες; Τα ερωτήματα αυτά χρήζουν απαντήσεων στη βάση επιστημονικών, κοινωνικών και οικονομικών θεωρήσεων. Η πρόσβαση σε ασφαλές νερό αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Και στο δικαίωμα αυτό οι κοινωνίες, για την ίδια τους την επιβίωση, πρέπει να ανταποκριθούν χωρίς συμβιβασμούς.
Το νερό στη Μεσόγειο στην εποχή της κλιματικής αλλαγής
Απαραίτητα τα μέτρα για την προστασία των υδάτινων αποθεμάτων, ιδιαίτερα των υπογείων
Μιχαήλ Σκούλλος - Καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών,διευθυντής εργαστηρίου χημείας περιβάλλοντος, πρόεδρος GWP-MED και MIO-ECSDE
H Μεσόγειος, βάσει όλων των σεναρίων, είναι μια από τις περιοχές του πλανήτη που θα υποστούν τις σοβαρότερες συνέπειες από την κλιματική αλλαγή, με αύξηση της συχνότητας και σφοδρότητας των πλημμυρών και των περιόδων ξηρασίας και με σημαντικές επιπτώσεις στους υδατικούς πόρους. Ας σημειωθεί ότι η κλιματική αλλαγή θα επιδεινώσει τα ήδη σοβαρά προβλήματα έλλειψης νερού, ενώ η ζήτηση αυξάνεται στην περιοχή κατά 50 km3 ετησίως.
Οπως γνωρίζουμε, ο μόνος τρόπος να σταθεροποιήσουμε το κλίμα είναι η εφαρμογή δρακόντειων μέτρων πρόληψηςεπανόρθωσης, τα οποία θα μειώσουν δραστικά την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. Αυτό απαιτεί ριζικό περιορισμό των απωλειών ενέργειας, οικονομία- αύξηση της αποδοτικότητας των ενεργειακών χρήσεων, ταχεία υποκατάσταση των ορυκτών καυσίμων από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αποτελεσματική διαχείριση των στερεών αποβλήτων. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή είναι ήδη εμφανής στην περιοχή.
Η διεθνής πρακτική δείχνει ότι πρέπει να ακολουθήσουμε παράλληλα τις πολιτικές τόσο τηςαποκατάστασηςόσο και τηςπροσαρμογής στις κλιματικές αλλαγές. Η περιοχή όπου τα μέτρα προσαρμογής εφαρμόζονται συχνά είναι ο ευρύτατος τομέας του νερού, ο οποίος είναι ζωτικός για την αντιμετώπιση της φτώχειας, την ποιότητα της ζωής, την υγεία, την ασφάλεια της τροφής μέσω της γεωργίας και την οικονομία γενικότερα.
Η ήδη εκτεταμένη άντληση μη ανανεώσιμου «ορυκτού» νερού από τους υπόγειους υδροφορείς της Νουβίας και της Βόρειας Σαχάρας προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω, με συνέπεια να αυξηθούν οι αρνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις της αλμύρισης και ρύπανσης των νερών. Διάφορα μοντέλα μας προβλέπουν ακόμη μια μείωση της φυσικής επαναφόρτισης των φρεατικών υπόγειων νερών κατά 70% και πλέον ως το 2050.
Μια αύξηση θερμοκρασίας κατά 3-4 βαθμούς Κελσίου μπορεί να προκαλέσει μείωση παραγωγής κατά 25%-35% σύμφωνα με τον FΑΟ.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ χωρών της περιοχής για τους υδατικούς πόρους αναμένεται να αυξηθεί εγκυμονώντας κινδύνους αύξησης συρράξεων, βίας και πολιτικών αναταραχών στη Μέση Ανατολή και σε άλλες περιοχές με ενδεχόμενες «θερμές» εστίες.
Σε αρκετές χώρες η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας που βασίζεται στις υδατοπτώσεις θα επηρεαστεί αρνητικά.
Τα δελταϊκά συστήματα των ποταμών της Μεσογείου και κυρίως του Νείλου είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε πλημμύρες και διάβρωση από την ανερχόμενη στάθμη της θάλασσας σε συνδυασμό με την υποχώρηση της επιφάνειας της Γης λόγω αντλήσεων υπόγειου νερού.
Αυξανόμενοι κίνδυνοι πλημμυρών, διάβρωσης και απώλειας γης θα απειλήσουν ζωτικά τμήματα νησιών και παράκτιων οικισμών και βιοτόπων. Πολλοί από αυτούς, οι οποίοι αποτελούν ζώνες εξισορρόπησης μεταξύ αλμυρών και γλυκών νερών, σημαντικές για την ποιότητα των υπόγειων νερών και την πρόληψη των πλημμυρών, βρίσκονται ήδη υπό άμεση απειλή. Η μείωση των υπηρεσιών που παρέχουν τα οικοσυστήματα των υγροτόπων επεκτείνεται πέραν των ανωτέρω. Για παράδειγμα, η δραστική μείωση του μεγέθους του ριπιδίου- ζώνης ανάμειξης του Νείλου έξω από το στόμιο του Δέλτα του δεν άλλαξε μόνο το ισοζύγιο των θρεπτικών συστατικών στην περιοχή και μείωσε δραστικά τους ιχθυοπληθυσμούς των επικρατούντων ειδών (π.χ. γαύρος), αλλά επίσης μείωσε δραματικά τη ζώνη της χαμηλής αλατότητας η οποία αποτελούσε αποτελεσματικό εμπόδιο στην είσοδο των ξενικών ειδών από τον Ινδικό και την Ερυθρά Θάλασσα προς τη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η εισβολή αυτών των ξενικών ειδών και η μετακίνησή τους προς τον βορρά διευκολύνονται από την κλιματική αλλαγή και έχουν απρόβλεπτες συνέπειες για τα Μεσογειακά θαλάσσια οικοσυστήματα.
Τα Μεσογειακά δάση και η μακκία φυτοκάλυψη εκτίθενται λόγω μειωμένης υγρασίας και υψηλότερων θερμοκρασιών σε αυξημένους κινδύνους πυρκαϊών, με αποτέλεσμα επιταχυνόμενη υποβάθμιση των εδαφών. Δεδομένου ότι στη Μεσόγειο υπάρχουν χιλιάδες μικρές και μεγάλες απρογραμμάτιστες χωματερές κοντά σε δάση, αναμένεται ότι οι αυξημένες πλημμύρες και πυρκαϊές θα αυξήσουν τη ρύπανση από στραγγίσματα και το κάψιμο ουσιών που βρίσκονται θαμμένες σε αυτές τις χωματερές προκαλώντας ατμοσφαιρική ρύπανση.
Στη Μεσόγειο, όπως και αλλού, υπάρχει ευρύ φάσμα μέτρων προσαρμογής που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε διαφόρους συνδυασμούς και ποικίλλουν από κατάλληλες πολιτικές ως τεχνολογικά, κοινωνικοοικονομικά και διαχειριστικά μέτρα. Τα περισσότερα είναι συμβατά ή ήδη αναπόσπαστα μέρη της Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Υδατικών Πόρων (ΙWRΜ). Στο πλαίσιο αυτό, η προσαρμογή στις κλιματικές
αλλαγές προϋποθέτει συνδυασμό των πολιτικών, των στρατηγικών και των μέτρων σε όλα τα επίπεδα, περιλαμβανομένου του τοπικού, του εθνικού, της λεκάνης απορροής, του υποπεριφερειακού και του Μεσογειακού.
Από πλευράς περιεχομένου περιλαμβάνει ένα φάσμα δράσεων: από αντιμετώπιση των ζημιών που οφείλονται σε φαινόμενα συνδεόμενα με κλιματικές αλλαγές ως την προώθηση πολιτικών πρόληψης που εξασφαλίζουν την προστασία του τομέα των υδάτων και εισάγουν «εργαλεία» προσαρμογής, όπως κατάλληλα προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες σενάρια κλιματικών μεταβολών, εκτιμήσεις επιπτώσεων και του ευάλωτου των συστημάτων καθώς και εκδοχών διαβάθμισης προτεραιοτήτων στην προσαρμογή και διαχειριστικά σχέδια αντιμετώπισης κινδύνων. Ολα αυτά μπορούν να διευκολύνουν τη λήψη ορθών αποφάσεων σε όλα τα κατάλληλα επίπεδα. Χωροταξικός σχεδιασμός, περιλαμβανομένου μεταξύ άλλων του σχεδιασμού «πολιτικής προστασίας» (π.χ. για μετεγκατάσταση οικισμών από ευάλωτες σε πλημμύρες ζώνες) καθώς και (ανα)σχεδιασμός υποδομών σχετικών με το νερό σε περιοχές που βρίσκονται κοντά στο επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας αποτελούν ιδιαίτερα χρήσιμα εργαλεία.
Μέτρα διαχείρισης της ζήτησης, οικονομίας νερού και αύξησης της αποτελεσματικότητας στη χρήση νερού είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την προστασία των υδατικών αποθεμάτων, ιδιαίτερα των υπογείων, και συνδέονται στενά με μέτρα νομικής και κοινωνικοοικονομικής φύσης. Μπορούν να ποικίλλουν από χρήση ειδικών συσκευών (βρύση, καζανάκι κλπ.) μικρής κατανάλωσης, μετρητών νερού για όλες τις χρήσεις (και γεωργικές) και χρήση οικονομικών κινήτρων (π.χ. διαβαθμισμένων οικιακών τιμολογίων βασισμένων στην κατανάλωση) ως την ανάπτυξη νέων συστημάτων οικονομίας νερού, μείωσης της απώλειας στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, συστήματα στάγδην επιφανειακής ή υπόγειας άρδευσης στη γεωργία και τεχνικές καθαρότερης παραγωγής και ανακύκλωσης στους τομείς βιομηχανίας και ενέργειας.
Κατάλληλα συστήματα παροχής νερού αναγκαία για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων αναγκών εφαρμόζονται ήδη ευρύτατα και περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των λεγόμενων μη συμβατικών υδατικών πηγών, όπως η υδατοσυλλογή βρόχινου νερού ή αναχρησιμοποίηση «γκρίζου» νερού ή κατάλληλα καθαρισμένων λυμάτων, οι διάφορες τεχνικές αφαλάτωσης (οι οποίες πρέπει να συνδυάζονται με ανανεώσιμες
πηγές ενέργειας), όπως επίσης τα μικρής και μεσαίας κλίμακας συστήματα αποθήκευσης (υδατόλακκοι, φράγματα κλπ.), αειφόρα συστήματα γεωργικής αποστράγγισης και αναχρησιμοποίησης, προσεκτικά σχεδιασμένα συστήματα τεχνικής επαναφόρτισης των υπόγειων υδροφορέων κλπ.
Η προστασία των παράκτιων περιοχών και υπόγειων υδροφορέων από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας μπορεί να περιλαμβάνει χρήση αναχωμάτων διαφόρων τύπων καθώς και χρήση μεμβρανών που μπορούν να παρεμποδίσουν την υπόγεια εισχώρηση αλμυρών νερών.
Σε αναζήτηση μιας ενιαίας διαχείρισης των υδάτινων πόρων
Προσαρμογή στις κλιματικές διακυμάνσεις
Εvan Vlachos - Πολιτικός μηχανικός και περιβαλλοντολόγος, κρατικό πανεπιστήμιο του Κολοράντο
Τα τελευταία 40 χρόνια χαρακτηρίζονται από σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση, στον σχεδιασμό και στη διαχείριση των φυσικών πηγών. Μελέτες από όλον τον κόσμο έχουν καταγράψει τις δυσκολίες που υπάρχουν ως προς την εξασφάλιση επαρκών και ασφαλών υδάτινων πηγών και την αειφόρο ανάπτυξη όλων των φυσικών πόρων. Υπό τη σκιά της απειλής για την κλιματική αλλαγή, ανησυχίες έχουν εκφραστεί ως προς τη βιωσιμότητα, τη μακροπρόθεσμη επιβίωση και την ισορροπημένη ανάπτυξη, ενώ έχει επισημανθεί η ανάγκη για συστηματικές, ενιαίες και ορθά προσανατολισμένες προσεγγίσεις. Τέτοιου είδους περίπλοκα ζητήματα απαιτούν μεγάλες ποσότητες δεδομένων, νέες και προηγμένες τεχνολογικές προσεγγίσεις σχεδιασμού, προσδιορισμού των κρίσιμων μεταβλητών και εκτίμησης των επιδόσεων και της απόδοσης. Νέες νομικές επιταγές μάς αναγκάζουν επίσης να μελετήσουμε τον ρόλο της δημόσιας συμμετοχής, τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων και την ποικιλία των συμμετεχόντων στη λήψη αποφάσεων.
Η ύπαρξη όλων αυτών των τάσεων, εξελίξεων και νέων κοινωνικών και οικολογικών συνθηκών οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «μεγάλο μετασχηματισμό», έννοια που περιλαμβάνει ευρέως διατυπωμένες έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση, πολυπλοκότητα, αβεβαιότητα, αλληλεξάρτηση, αναταραχή κτλ. Η προσθήκη της κλιματικής αλλαγής τα τελευταία χρόνια οδηγεί σε πιο δραματικά σενάρια με διευρυμένους ορίζοντες ως προς τον χώρο και τον χρόνο. Ισως η «πολυπλοκοποίηση» να αποτελεί έναν νέο όρο ο οποίος να συνοψίζει την επικρατούσα ανησυχία για την καταστροφολογία, τις κρίσεις και τις κοινωνικοπολιτικές αναταραχές.
Δεδομένων των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, είναι προφανές ότι υπάρχουν εγγενή διλήμματα στη διαχείριση των ποικίλων, σύνθετων υδάτινων συστημάτων και συστημάτων φυσικών πόρων. Αυτά τα διλήμματα και οι προβληματικές καταστάσεις είναι αποτέλεσμα των μεταβαλλόμενων κλιματικών συνθηκών, των πολλαπλών στόχων, των επεκτεινόμενων γεωγραφικών πλαισίων και των ανταγωνιστικών και αντικρουόμενων απαιτήσεων και επιλογών. Παρ΄ όλα αυτά, υπάρχει μια διακριτή σύγκλιση σε τρεις κύριους τομείς: πρώτον, στην ανάγκη για νέα παραδείγματα τα οποία θα συνδυάζουν την αυξημένη ανησυχία με βιωσιμότητα και συντήρηση των οικοσυστημάτων· δεύτερον, στις επινοητικές προσεγγίσεις
των μη ιεραρχικών (μη γραμμικών) μελετών και όχι τόσο στην αποκλειστική απασχόληση με ιεραρχικά, γραμμικά συστήματα· και, τρίτον, στις νέες μεθοδολογίες που αντιμετωπίζουν συσσωρευμένες, αποτέλεσμα συνεργειών, διαχρονικές επιπτώσεις και συνέπειες των φυσικών και ανθρωπογενών αλλαγών.
Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τις πρόσφατες διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων ως προς τον θάνατο της «Ακινησίας» (βλέπε το σημαντικό άρθρο του Ρ.C.D. Μilly et. al στο περιοδικό «Science», τόμος 319, 1η Φεβρουαρίου 2008). Ενώ η υπόθεση της «ακινησίας» παραθέτει ως παράδειγμα την ιδέα ότι τα φυσικά συστήματα κυμαίνονται εντός μιας αμετάβλητης ενότητας μεταβλητότητας, οι συγγραφείς συνοψίζουν το διάδοχο παράδειγμα της μη ακινησίας πιθανολογικών μοντέλων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι συνεχείς παρατηρήσεις και αναλυτικές στρατηγικές που χρησιμοποιούνται για σχεδιασμό υπό το καθεστώς μιας αβέβαιης και γρήγορης κλιματικής αλλαγής.
Με έναν παρόμοιο τρόπο κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών σημειώνεται μια μετατόπιση από το ντετερμινιστικό μοντέλο σε πιο ευέλικτα, «ενιαία», «ολιστικά» ή «συνολικά», «προσαρμοστικά» μοντέλα και προσεγγίσεις στον σχεδιασμό και στη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Την ίδια ώρα, επιλέγοντας τον δρόμο της προσαρμοστικής χωρητικότητας, η αντοχή αναδεικνύεται ως η νέα κυρίαρχη ιδέα η οποία δίνει έμφαση στην ανάγκη να μάθουμε να ζούμε με την αλλαγή και την αβεβαιότητα, αναδεικνύοντας την ποικιλία ως κεντρικό μηχανισμό αντοχής και ρώμης και συνδυάζοντας διαφορετικούς τύπους γνώσης.
Οι παραπάνω παρατηρήσεις σκιαγραφούν με έναν περισσότερο αποσπασματικό τρόπο το αναδυόμενο περιεχόμενο των γρήγορων αλλαγών και μεταβολών, όπως και τα εναλλασσόμενα παραδείγματα για την κατανόηση της αλληλεξάρτησης μεταξύ πολυπλοκότητας και αβεβαιότητας. Το επιχείρημα για μια τέτοια διασύνδεση υποδεικνύει τρεις διαστάσεις του πρόσφατα εμφανισθέντος παραδείγματος του νερού (στο πλαίσιο των ενδεχομένως διογκούμενων κλιματικών αλλαγών):
α) Μεταβλητότητα, π.χ., αναταραχή, πολυπλοκότητα, αβεβαιότητα.
β) ύπαρξη τρωτών σημείων π.χ., εύθραυστο κοινωνικό- οικονομικό και φυσικό περιβάλλον, αλληλεξάρτηση και διακινδύνευση.
γ) Επαγρύπνηση, π.χ. περιβαλλοντολική ανίχνευση, ετοιμότητα και προβλεπτικός σχεδιασμός και διαχείριση.
Υπάρχει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία σχετικά με αυτές τις έννοιες όπου τονίζονται οι θετικές πλευρές του νέου παραδείγματος του νερού, δηλαδή τη ρωμαλεότητα, την αντοχή και τη δυνατότητα αποκατάστασης πληγέντων οικοσυστημάτων. Η ευρεία αποδοχή της ενιαίας διαχείρισης υδάτινων πόρων παρέχει παραδείγματα της υπόσχεσης για τρόπους διαχείρισης σύνθετων ζητημάτων που αφορούν το νερό με αποδοτικό, αποτελεσματικό και δίκαιο τρόπο. Η υπόσχεση της «ενσωμάτωσης», φαίνεται απλή είναι όμως γεμάτη δυσκολίες και ως προς τον ορισμό της και ως προς την πρακτική της υλοποίηση. Οντως οι αντιδράσεις για τις αδυναμίες του παραδοσιακού σχεδιασμού και διαχείρισης των υδάτινων πόρων έφεραν στην επιφάνεια μια σειρά βελτιωμένες προσεγγίσεις όπως ο συμμετοχικός σχεδιασμός, ο σχεδιασμός δράσεων, η προσαρμοστική διαχείριση, ο περιεκτικός σχεδιασμός και ο στρατηγικός σχεδιασμός.
Προσπαθώντας να κλείσουμε τον κύκλο παρελθόν- παρόν- μέλλον, πρέπει να επαναλάβουμε το μοτίβο της συνέχειας και της γρήγορης αλλαγής. Το λεξιλόγιο της διατύπωσης πολιτικών διαχείρισης και υλοποίησης συνεπάγεται θεμελιώδεις αλλαγές στις προσδοκίες και αποδοχή μιας βασικής προϋπόθεσης, ότι οι κοινωνικές, τεχνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις συνδέονται μεταξύ τους και πρέπει να επιλυθούν μαζί. Μέσα στο δυναμικό περιβάλλον των σημερινών κοινωνιών δεν οφείλουμε μόνο να αντιλαμβανόμαστε και να καταλαβαίνουμε καλύτερα τις συγκρούσεις που συνδέονται με το νερό αλλά επίσης να βρούμε πιο πραγματιστικές πρωτοβουλίες ώστε να αποφύγουμε, να διαχειριστούμε ή να επιλύσουμε ανταγωνιστικές και συγκρουόμενες απαιτήσεις ως προς το νερό. Η τρέχουσα συντριπτική έγνοια για τις κλιματικές αλλαγές υπαγορεύει την άμεση ανάγκη για «παγκόσμιες» προσεγγίσεις και διεθνείς συμφωνίες για έναν μηχανισμό ο οποίος θα ενεργοποιεί τους πόρους και θα συγκεντρώνει πολλές δυνάμεις μαζί για κοινή δράση. Ηδη πολλές προσπάθειες είναι στα σκαριά σε πολλά κυβερνητικά επίπεδα, καθώς και από διεθνείς θεσμούς που ασχολούνται κυρίως με την προσαρμογή στις προβλεπόμενες κλιματικές αλλαγές. Οπως έχει αναφερθεί επανειλημμένως, δεν υπάρχει ένας μόνο μηχανισμός ή μία στρατηγική προσαρμογής του σχεδιασμού και διαχείρισης του νερού. Νομίζω όμως ότι έχει δοθεί έμφαση σε δύο κυρίως πεδία ενδιαφέροντος, τα οποία είναι οι ανθρώπινες εγκαταστάσεις και η ασφάλεια τροφίμων. Η αποτίμηση των τρωτών σημείων και οι συναφείς σκέψεις για δημιουργία χωρητικότητας όσον αφορά ρωμαλέους κοινωνικούς θεσμούς αποτελούν βασικά στοιχεία και λειτουργία της υδρολογικής ευαισθησίας και της σχετικής απόδοσης ενός δεδομένου συστήματος διαχείρισης υδάτων. Το τελικό αποτέλεσμα των συζητήσεων, άμεσα ή έμμεσα, έδωσε έμφαση σε αναδυόμενα και εναλλασσόμενα παραδείγματα που διαχειρίζονται ένα μη στατικό κλίμα και σε ένα νέο κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο λήψης αποφάσεων το οποίο μπορεί να μεταφράσει τις συνεπείς πολιτικές σε αμερόληπτους κοινούς στόχους και πρακτικές. Στην ουσία, η αντιμετώπιση του κομβικού ζητήματος της «κυβερνητικής» του νερού είναι το κλειδί της οποιασδήποτε στρατηγικής που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και των μελλοντικών προσαρμογών.
Το πιο πάνω επιχείρημα υποδεικνύει επίσης ότι υπάρχει μια θεμελιώδης μετατόπιση από την επικρατούσα προσέγγιση της διαχείρισης της κρίσης (ενασχόληση σε μικρή κλίμακα και άμεσες τεχνολογικές βελτιώσεις) σε μια πιο προληπτική διαχείριση του κινδύνου η οποία μας επιτρέπει να επικεντρωνόμαστε σε έναν ενδεχόμενο σχεδιασμό και σε ένα λογικά προβλέψιμο μέλλον. Θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε την ανάπτυξη μιας νέας «κοινωνικής ανάλυσης» η οποία θα μας καθιστούσε ικανούς όχι μόνο να ανταποκρινόμαστε στις τωρινές απαιτήσεις αλλά να υπολογίζουμε τη σημασία των πράξεών μας στο πλαίσιο μακροπρόθεσμων σχεδίων και μελλοντικών επιλογών.
Ρύπανση του εδάφους και του υπόγειου νερού
Μια από τις σοβαρότερες απειλές για τον πλανήτη μας
Δημήτρης Δερματάς - Γενικός διευθυντής ΔΙΑΑΜΑΘ ΑΑΕ, καθηγητής περιβαλλοντικής μηχανικής
Ενας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς που ο πλανήτης μας κρύβει μέσα του είναι τα αποθέματα γλυκού νερού που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, αποθηκευμένα στους πόρους υπεδαφικών σχηματισμών. Καθώς το νερό είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την ύπαρξη ζωής, τα υπόγεια νερά επηρεάζουν καθοριστικά τα οικοσυστήματα και τις δραστηριότητες του ανθρώπου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Δυστυχώς, όμως, ένα σημαντικό ποσοστό των υπεράριθμων χημικών ουσιών που η σύγχρονη, υπερκαταναλωτική κοινωνία παράγει και χρησιμοποιεί με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς, τελικά καταλήγει στο έδαφος και στα υπόγεια νερά προκαλώντας τη ρύπανσή τους. Εκτός από τους ανθρωπογενείς παράγοντες, η ρύπανση του γεωπεριβάλλοντος μπορεί να οφείλεται και σε φυσικές διαδικασίες διάβρωσης πετρωμάτων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα για τη χώρα μας το αρσενικό και το χρώμιο. Η ρύπανση του υπόγειου νερού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και υποχρεωτικά συνυπάρχει με τη ρύπανση του εδάφους και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές στον πλανήτη καθώς τα αποθέματα γλυκού νερού περιορίζονται δραστικά από τις ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις που προέρχονται από τον υπερπληθυσμό και την κλιματική αλλαγή. Σήμερα περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού εξαρτάται άμεσα από τα υπόγεια αποθέματα για πόσιμο νερό. Τα υπόγεια νερά παίζουν πια κρίσιμο ρόλο και στην πρωτογενή παραγωγή (γεωργία και κτηνοτροφία), όπου παρατηρείται ότι αυξάνεται διαρκώς το ποσοστό χρήσης των υπόγειων νερών σε βάρος των επιφανειακών. Αυτό συμβαίνει σε επίπεδα υπεράντλησης, όπου δηλαδή η χρήση υπερβαίνει την ανατροφοδότηση των υπόγειων υδροφορέων με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποχώρηση του υδροφόρου ορίζοντα. Είναι δεδομένο ότι αν στη χώρα μας δεν σταματήσει σύντομα η αρδευτική κατασπατάληση του νερού, η επερχόμενη κλιματική αλλαγή θα επιφέρει ακόμη μεγαλύτερες περιβαλλοντικές πιέσεις στους υπόγειους υδροφορείς. Ηδη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας εκτός από τη δραστική υποχώρηση του υδροφόρου ορίζοντα και τα συνεπακόλουθα φαινόμενα ερημοποίησης, ανθρωπογενείς δραστηριότητες ευθύνονται σε σημαντικό βαθμό και για την υποβάθμιση του γεωπεριβάλλοντος (νιτρορρύπανση, ρύπανση με φυτοφάρμακα, αγροχημικά, κτηνοτροφία, κ.λπ.) υποβαθμίζοντας την ποιότητα του υπόγειου νερού ίσως ανεπιστρεπτί, σε τέτοιον βαθμό που σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι κατάλληλο ούτε για άρδευση. Ειδικά στον Θεσσαλικό κάμπο, η δραματική καθίζηση του υδροφόρου ορίζοντα και τα φαινόμενα υποβάθμισης ή και ερημοποίησης του εδάφους αποτελούν σήμερα τα κύρια επιχειρήματα που συνηγορούν στην εκτροπή του Αχελώου. Τα διαχειριστικά σχέδια, που επιτέλους εκπονούνται για τις εμπλεκόμενες λεκάνες απορροής, θα καταδείξουν τα όποια πραγματικά ελλείμματα νερού υπάρχουν, εφόσον υπάρχουν, μια και το φαινομενικό έλλειμμα μπορεί και πρέπει να εξισορροπείται από τον απαιτούμενο εξορθολογισμό των όποιων εκμεταλλεύσεων και χρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, το να μεταφερθεί οποιαδήποτε ποσότητα «καινούργιου» νερού στον Θεσσαλικό κάμπο από άλλη λεκάνη απορροής, χωρίς να έχουν δρομολογηθεί τα απαραίτητα βήματα εξοικονόμησης και εξορθολογισμού των χρήσεων, απλώς θα επιτείνει το ήδη υπάρχον πρόβλημα κάνοντας την επίλυσή του σημαντικά πιο σύνθετη, αν όχι αδύνατη, στο απώτερο μέλλον.
Η ανθρωπογενής ρύπανση αφορά και την ουσιαστικά ανεξέλεγκτη στην Ελλάδα εδαφική διάθεση αστικών, βιομηχανικών (συμπεριλαμβανομένης και της παραγωγής ενέργειας), μεταλλευτικών και άλλων ειδικών αποβλήτων. Επιπρόσθετα αφορά περιπτώσεις ρύπανσης από πετρελαιοειδή, πυρκαϊές σε ανεξέλεγκτες χωματερές, αλλά και από παθογόνους μικροοργανισμούς. Εδώ οι πιθανές λύσεις είναι καθαρά τεχνολογικές, μια και απαιτείται έλεγχος της πηγής ρύπανσης και, όπου προϋπάρχει ρύπανση, εξυγίανση του ρυπασμένου γεωπεριβάλλοντος, ώστε να απομακρυνθούν οι υφιστάμενοι ρύποι ή να ελαττωθεί σημαντικά η συγκέντρωση και η κινητικότητά τους. Παρ΄ ότι υπάρχουν πολλές δοκιμασμένες και αξιόπιστες τεχνολογικές λύσεις, η αντιμετώπιση προβλημάτων γεωπεριβαλλοντικής ρύπανσης είναι συνήθως επιστημονικά πολύπλοκη καθώς ακόμη και οι μετρήσεις συγκεντρώσεως των ρύπων ελέγχονται για την αξιοπιστία τους, και απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση και ισχυρή χρηματοδότηση. Μια βιώσιμη τεχνολογική λύση θα πρέπει να βασίζεται στην πλήρη γνώση της συγκέντρωσης, της διασποράς και της γεωχημικής μορφολογίας των ρύπων αλλά και των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών του εδάφους, της γεωλογίας και υδρογεωλογίας της περιοχής. Για την Ελλάδα υπάρχει ακόμη έντονο το πρόβλημα ολοκλήρωσης και κυρίως εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας, ενώ σημαντική είναι και η έλλειψη εξειδικευμένης εμπειρίας σε προβλήματα ρύπανσης στο γεωπεριβάλλον.
Το πρώτο μπορεί να επιλυθεί κυρίως με τη λειτουργία μηχανισμών ελέγχου, ενώ το δεύτερο αντιμετωπίζεται με την κατάλληλη εκπαίδευση όλων των εμπλεκομένων φορέων (ατόμων και οργανισμών). Επιπρόσθετα, η έλλειψη αξιόπιστων πρωτογενών στοιχείων ρύπανσης αναφορικά με τα εδάφη και τα υπόγεια νερά αποτελεί τροχοπέδη στην ολοκληρωμένη διαχείρισή τους. Ακολουθώντας μια οικοσυστημική προσέγγιση, τα προγράμματα παρακολούθησης της ποιότητας του εδάφους και του υπόγειου νερού και οι στρατηγικές απορρύπανσης, που θα πρέπει να υιοθετηθούν το συντομότερο δυνατόν, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις γεωχημικές αντιδράσεις και τις αλληλεπιδράσεις ρύπουεδάφους- υπόγειου νερού, ώστε να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Συμπερασματικά, ο κίνδυνος των δυσμενών επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών ήδη υφίσταται στη χώρα μας σε σχέση με το νερό, κυρίως λόγω της απουσίας μιας σύγχρονης περιβαλλοντικής πολιτικής που να αποσυνδέει την οικονομική ανάπτυξη από την αλόγιστη κατανάλωσή του. Ειδικά για το υπόγειο νερό, φαίνεται πως η κατάσταση θα επιδεινωθεί στα επόμενα χρόνια σε μεγάλο βαθμό, ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς εξελίξεις για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, καθώς η αυξανόμενη μεταβλητότητα και συνεπώς η μειωμένη αξιοπιστία στα επιφανειακά αποθέματα νερού λόγω της κλιματικής αλλαγής θα καταστήσει αναμφισβήτητα τη χρήση των υπόγειων αποθεμάτων νερού ακόμη πιο ελκυστική και ίσως πιο αναγκαία απ΄ ό,τι είναι σήμερα. Εκτός από τον μακροχρόνιο απαιτούμενο σχεδιασμό, κάποια πρώτα βήματα πρέπει να επιτευχθούν άμεσα, με βάση το παγκόσμιο κεκτημένο, σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Από τη μια πλευρά οι κτηνοτροφικές και κυρίως οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις πρέπει να εξορθολογιστούν και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, έτσι ώστε να περιοριστεί δραστικά η κατασπατάληση των υδάτινων αποθεμάτων, να ελαχιστοποιηθεί η ρύπανση από νιτρικά και αλλά χημικά και να προστατευθεί το έδαφος από την επερχόμενη ερημοποίηση μέσω του εμπλουτισμού του με οργανική ύλη και ηπιότερων μεθόδων εκμετάλλευσής του. Από την άλλη πλευρά, με βάση την αρχή πρόληψης της ρύπανσης στα υπόγεια νερά, είναι πρωτίστως απαραίτητη η παύση της ανεξέλεγκτης εδαφικής διάθεσης αστικών, βιομηχανικών, γεωργικών, κτηνοτροφικών και άλλων αποβλήτων, σε συνάρτηση με την ανάπτυξη κατάλληλων αλλά και βιώσιμων υποδομών επεξεργασίας και διαχείρισης των αποβλήτων αυτών, καθώς και την εξυγίανση ή και απορρύπανση των ήδη ρυπασμένων εδαφών έτσι ώστε να διασφαλίζεται η υψηλή, ελεύθερη από ρύπους, ποιότητα των υπόγειων αποθεμάτων πόσιμου νερού για τις επόμενες γενιές.
Μια νέα κουλτούρα για το νερό και την ανάπτυξη
Ατεκμηρίωτα τα δυνητικά οφέλη από την εκτροπή του Αχελώου
Κίμων Χατζημπίρος - Αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ
Η πρόοδος αποτελεί θετική πρόταση για κοινωνική αλλαγή και ανάπτυξη. Παρ΄ όλες τις υπερβολικές μαλθουσιανές επιφυλάξεις, σήμερα είναι εφικτή μια συνεχής ανάπτυξη, έστω και αν οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι. Η απόρριψη της οικονομικής ανάπτυξης από μερικές συνιστώσες του οικολογικού κινήματος δεν διευκολύνει την επίλυση των προβλημάτων που βρίσκονται στη βάση της περιβαλλοντικής ανησυχίας. Οι βλάβες στο περιβάλλον θεραπεύονται με περισσότερη και όχι με λιγότερη επιστήμη. Η τεχνολογία είναι σε θέση να διευρύνει τα όρια και από σημαντικό μέρος του προβλήματος, να αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο της λύσης. Ωστόσο απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ορθολογική διαχείριση, με ενσωμάτωση των ανησυχιών στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Η διαχείριση του νερού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παραδοσιακά, η εκμετάλλευση των υδατικών πόρων σημαίνει μεγιστοποίηση της προσφοράς νερού. Η κατάχρηση στην κατασκευή φραγμάτων και στις αντλήσεις υπόγειου νερού έχει διεθνώς ως επακόλουθο την πολύμορφη κακοποίηση των υδατικών συστημάτων. Πολλές συνέπειες, όπως η υφαλμύρωση ή η καταστροφή βιοτόπων, είναι μη αναστρέψιμες. Εξάλλου, παρά τις καταχρήσεις, τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί αφού δισεκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να μην έχουν εγγυημένη πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Σήμερα, η μείζων διατάραξη του υδρολογικού κύκλου, στην προοπτική ενδεχόμενης κλιματικής αλλαγής, κάνει απαραίτητη μια συνετή προληπτική πολιτική.
Μια νέα διαχείριση των νερών συνιστά πολιτιστική αλλαγή, διότι από τη μεγιστοποίηση της προσφοράς πρέπει να περάσουμε στη διαχείριση της ζήτησης, δηλαδή κυρίως στην εξοικονόμηση. Παράλληλα, η τεχνολογία προσφέρει δυνατότητες παραγωγής νερού από τοπικούς ανανεώσιμους πόρους με χρήση ανανεώσιμης ενέργειας, π.χ. επαναχρησιμοποίηση λυμάτων ή αφαλάτωση.
Το 2005 υπογράφηκε από ευρωπαίους επιστήμονες στη Μαδρίτη η «Declaracion Εuropea por una Νueva Cultura del Αgua». Το κείμενο επισημαίνει ότι τα προβλήματα λειψυδρίας δημιουργούνται περισσότερο από κοινωνικοοικονομικές αιτίες παρά από έλλειψη φυσικών πόρων. Η προσπάθεια διόρθωσης της «φυσικής αδικίας», δηλαδή της φυσιολογικής υδρολογικής ανισορροπίας στον κόσμο, συνήθως συνεπάγεται μεταφορά οικονομικών πόρων από υπανάπτυκτες σε πλουσιότερες περιοχές, χειροτερεύοντας τις περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες. Ανορθολογικές οικονομικές δραστηριότητες συνδέονται με σπάταλη κατανάλωση νερού, ενώ ανυπεράσπιστες κοινωνικές ομάδες συχνά υφίστανται σοβαρές συνέπειες.
Ωστόσο, γιατί να μη θεωρηθεί λογική μια εκτροπή από περιοχή υδρολογικά πλούσια προς περιοχή με υδατικό έλλειμμα; Παραδείγματα μεγάλων εκτροπών νερού απ΄ όλο τον κόσμο παρουσιάζονται στο Διαδίκτυο (www.hydrodinosaurs.fr.st). Διαπιστώνεται ότι κατά γενικό κανόνα αφορούν περιπτώσεις όπου νερό αφαιρείται από φτωχές περιοχές για να μεταφερθεί σε πλουσιότερες. Πρόκειται για μη ανταποδοτικές επενδύσεις με δυσανάλογο οικονομικό κόστος, τις οποίες αποφεύγουν οι ιδιώτες και πάντοτε αναζητούνται κρατικά χρήματα. Εχουν υψηλό περιβαλλοντικό κόστος, υπονομεύουν τις προσπάθειες εξοικονόμησης και ευνοούν μια σπάταλη χρήση νερού. Με δύο λόγια, συνιστούν μη ορθολογική μορφή ανάπτυξης. Η εξοικονόμηση μπορεί να βελτιώσει την περιβαλλοντική κατάσταση του πλανήτη, μειώνοντας περίπου κατά 20% την ποσότητα γλυκού νερού που αφαιρούμε από τον υδρολογικό κύκλο. Κλειδιά για εξοικονόμηση: νέες τεχνολογίες, αλλαγή νοοτροπιών, κατάλληλη τιμολόγηση του νερού. Ειδικότερα ο εκσυγχρονισμός της άρδευσης αποτελεί μείζονα τεχνολογική, αλλά επίσης κοινωνική πρόκληση.
Σε τελευταία ανάλυση, η έλλειψη ορθολογικής διαχείρισης είναι δυσκολία πολιτιστική. Η εξοικονόμηση προϋποθέτει ορθολογική συμπεριφορά, συγκροτημένο προγραμματισμό βασισμένο στη μοντέρνα γνώση. Οι δυσκολίες εφαρμογής των περιβαλλοντικών προδιαγραφών και γενικότερα της πράσινης ανάπτυξης δεν είναι ούτε οικονομικές ούτε τεχνικές, οφείλονται μάλλον σε ιδεολογικές αγκυλώσεις και μειωμένη πληροφόρηση.
Η περίπτωση της εκτροπής του Αχελώου ως παράδειγμα «διόρθωσης της φύσης»
Το σχέδιο εκτροπής του Αχελώου είναι ιδιάζουσα περίπτωση τεχνικού έργου, λόγω επηρεασμού του λαϊκού πνεύματος. Η ένωση δύο φυσικών πόρων που χωρίζονται από την οροσειρά της Πίνδου, του ποταμού Αχελώου «που χάνεται στη θάλασσα» και του θεσσαλικού κάμπου «που διψάει για άρδευση», έγινε μεγαλεπήβολο όραμα.
Η ιδέα «διόρθωσης της φύσης» με την εκτροπή του Αχελώου χρονολογείται από το 1925. Το ξύπνημα, με την εισροή νερού, του «κοιμώμενου γίγαντα» της Θεσσαλίας ήταν μια πρόκληση που ταίριαζε στην ιδεολογία των φαραωνικών έργων. Υποσχόταν επίσης να εξασφαλίσει την «αγροτική αυτάρκεια» της χώρας, τυπικό εθνικό στόχο του Μεσοπολέμου. Ωστόσο η μικρή Ελλάδα δεν διέθετε τα τεχνικά και οικονομικά μέσα για ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο. Οσο για τα δυνητικά οφέλη της εκτροπής, ποτέ δεν αποτέλεσαν αντικείμενο σοβαρής μελέτης, απλώς θεωρήθηκαν δεδομένα.
Η εκτροπή του Αχελώου έγινε σταδιακά τμήμα της «θεσσαλικής ταυτότητας». Η ιδέα ότι οι Θεσσαλοί έχουν δικαίωμα στο νερό του Αχελώου εξελίχθηκε σε ριζωμένη πεποίθηση της πλειονότητας του τοπικού πληθυσμού. Το σχέδιο αποτέλεσε πολιτικό παιχνίδι στα χέρια παραγόντων της κεντρικής και τοπικής διοίκησης. Ο Αχελώος θεωρήθηκε πανάκεια που θα αντιμετώπιζε όλα τα προβλήματα της Θεσσαλίας. Μολονότι υπήρχε άγνοια των υδατικών και οικονομικών μεγεθών, οι δε μελέτες ήταν ανεπαρκείς και αλληλοσυγκρουόμενες, το σχέδιο κατέληγε σε αυτοδικαίωση, μια νοητική διεργασία που εκινείτο με την ίδια την αδράνειά της. Υπήρχε άραγε η ποσότητα νερού που θα εκτρεπόταν; Πάντως τα νούμερα θεωρήθηκαν σωστά επειδή επαναλαμβάνονταν συχνά, η δε υπερεκτίμηση εξυπηρετούσε την καλλιέργεια υψηλών προσδοκιών.
Στη Θεσσαλία δεν υπάρχουν καταγραφές των ποσοτήτων νερού για άρδευση ούτε μελέτες για εξοικονόμηση. Η σπατάλη νερού κατέληξε αρχικά σε εξάντληση των επιφανειακών υδατικών πόρων. Η εκμετάλλευση στράφηκε στα υπόγεια νερά, που γρήγορα άρχισαν να εξαντλούνται, με απίστευτη πτώση της υπόγειας στάθμης. Φυσικά, η μεταφορά νερών του Αχελώου δεν θα συνεισέφερε σε πιο ορθολογική διαχείριση, ενώ θα στερούσε την λιγότερο αναπτυγμένη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας από ένα πολύτιμο τοπικό φυσικό πόρο. Η βασική εκδοχή προέβλεπε την ετήσια εκτροπή 1,5 δισεκατομμυρίου m3 νερού για τον διπλασιασμό της αρδευόμενης έκτασης στη Θεσσαλία. Περιελάμβανε φράγματα, σήραγγες, υδροηλεκτρικούς σταθμούς, εκτεταμένο δίκτυο δρόμων και ένα τεράστιο αρδευτικό δίκτυο.
Οι οικολογικές αντιδράσεις ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1980. Μια ομάδα από μεγάλες ελληνικές ΜΚΟ κινητοποιήθηκαν και πρόβαλαν τις σοβαρές και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου. Η εκστρατεία αναδείχθηκε σε ένα από τους σημαντικότερους περιβαλλοντικούς αγώνες στην Ευρώπη. Η εκτροπή του Αχελώου θεωρήθηκε το πιο χτυπητό παράδειγμα κατασπατάλησης Κοινοτικών πόρων σε δημόσια έργα που δεν έχουν οικονομική ή κοινωνική χρησιμότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξαπατήθηκε σε πρώτη φάση, αλλά τελικά δεν πείστηκε για τη σοβαρότητα του σχεδίου και αρνήθηκε χρηματοδότηση, μετά το 1986. Οι αντιτιθέμενες οργανώσεις πραγματοποίησαν δικαστικούς αγώνες και το ΣτΕ εξέδωσε αλλεπάλληλες αρνητικές αποφάσεις, βασισμένες στην παραβίαση κανόνων της εξελισσόμενης ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Επειτα από κάθε αρνητική απόφαση του ΣτΕ, η εκτέλεση των τεχνικών έργων σταματά, αλλά κάτω από την πίεση των λόμπι το φάντασμα της εκτροπής επανέρχεται.
Η εκτροπή του Αχελώου έχει εμφανιστεί κατά καιρούς σαν έργο με στόχο την άρδευση, την υδροηλεκτρική παραγωγή, την ύδρευση, την απορρύπανση του Πηνειού ή την τροφοδότηση των υπόγειων νερών και με διαφορετικές ποσότητες εκτρεπόμενου νερού. Τώρα προωθείται το σχέδιο της λεγόμενης «μικρής εκτροπής», χωρίς αρδευτικό δίκτυο. Η κρυφή σκέψη είναι ότι με τη συνέχιση του έργου εισπράττεται άμεσα το πολιτικό όφελος και, αργότερα, θα επικαλεστούμε την ανεπάρκεια των εκτελεσθέντων για να προχωρήσει η εκτέλεση άλλων δαπανηρών έργων. Αυτός είναι πραγματικά ένας πολύ πρωτότυπος τρόπος εφαρμογής σχεδίου διαχείρισης υδατικών πόρων.
|
Τελευταία άρθρα
- Halkidiki - Hummer 1-0
- Ο Darth Vader ληστεύει τράπεζα!
- Καλοκαιρινές αναβαθμίσεις...
- Η αθηναϊκή οικογένεια
- Το πάρτι τελείωσε...
- Τυχαίο; Δεν νομίζω...
- Άλλη μιά προβοκάτσια τού τριτοκοσμικού ρωμαίικου κρατίδιου!
- Ο κος Υπουργός...
- Πώς να απαντάτε στα ενοχλητικά τηλεφωνήματα των τραπεζών
- Τσούλια...
- Μεγάλα λόγια...
- Είδες τίποτα;
- Σκυλάδικο ή Κωλόμπαρο;
- O Καρδιτσιώτης
- Ο Power Ranger
- Θάνατος και Ανάσταση στο Σύμπαν
- Το μικρόβιο που παρατείνει τη ζωή μας!
- Οι δέκα πληγές του Φαραώ ήταν οι εξής δύο...
- Ένας αφανής, αλλά πλήρης εξεβραϊσμός των Ρωμιών
- Τα 7 μυστικά του Παναθηναϊκού Σταδίου
Δημοφιλή άρθρα
- Επιταγή από ClixSense...
- Αρχιδολόγιον: Ένα λεξικό μ'... «αρχίδια»
- Τι συμβολίζουν τα εμβλήματα των ελληνικών ομάδων;
- Πρωτότυποι τίτλοι από πορνοταινίες...
- Το νερό στην εποχή της κλιματικής αλλαγής
- Νίκος Κοεμτζής: Η παραγγελιά και το «μακρύ ζεϊμπέκικο» του θανάτου
- Ο Μύθος του Κενταύρου
- Από τον ΕΒραϊκό προήλθε ο Βυζαντινός δικέφαλος αετός!
- Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη
- Η Ιερά Εξέταση και τα εκκλησιαστικά δικαστήρια: «Ιερές» θηριωδίες στο όνομα της πίστεως και του... χρήματος
- Το τέλος των καφενείων: Ο καφές στη χόβολη μετακομίζει στα Fast Food...
- Avatar: Πως γυρίστηκε η ταινία...
- Ελλάδα: Ενα κράτος που δεν παράγει τίποτα!
- Πρόχειρο δείγμα Βιβλικών αντιφάσεων και ασυναρτησιών
- Η ταβέρνα (ξανα)ζεί...
- Μαθήματα από την αρχαιότητα!
- Σε μέγεθος πιστωτικής κάρτας οι νέες ταυτότητες
- Το σκάνδαλο του ρομπότ!
- Θεσσαλονίκη: Γιγαντώνεται η πόλη με τις επεκτάσεις του σχεδίου πόλης σε 11 δήμους
- Οι φανταστικοί διωγμοί των χριστιανών «μαρτύρων»




